Τετάρτη, Δεκέμβριος 30, 2009

Παραμονή Πρωτοχρονιάς

Βραβεία Κυριών

της Ελένης Αλεξίου*

Παραμονή του Νέου Έτους και στα Βραβεία Κυριών της χρονιάς η προσέλευση υποψηφίων και καλεσμένων ήταν όπως πάντα αθρόα. Μεγαλύτερη συμμετοχή, περισσότερη λάμψη και εντονότερο ανταγωνισμό δεν γνώριζε κανείς άλλος διαγωνισμός, ούτε αυτοί των ανθρώπων, που ανταγωνίζονταν στην ομορφιά, στη μουσική, στον κινηματογράφο...Ο λόγος δεν ήταν άλλος από το βραβείο. Η κυρία που θα κέρδιζε το διαγωνισμό, θα γινόταν η Κυρία της χρονιάς, με κάππα κεφαλαίο πια, και θα έδινε στη χρονιά όχι μόνο το όνομά της αλλά και τη χάρη της. Και μάλιστα όχι στην προηγούμενη χρονιά, αλλά στην επόμενη, τη νέα!
Το αμφιθέατρο είχε σχεδόν γεμίσει. Πρώτη είχε καταφθάσει η Βιασύνη, που πάντα βιαζόταν. Είχε κερδίσει το βραβείο τα τελευταία πέντε συναπτά χρόνια. Ήταν μάλιστα ένα από τα φαβορί! Για να εκτονώσει το άγχος, που είχε φτάσει σε αφύσικα επίπεδα ακόμη και για έναν τύπο αγχωτικό από φυσικού του, όπως ήταν η Βιασύνη, ανεβοκατέβαινε τα σκαλιά του αμφιθεάτρου μετρώντας από σκαλί σε σκαλί κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε. Όταν ακούστηκε το κουδούνι πετάχτηκε με ένα σάλτο και βούλιαξε άτσαλα στο βελούδινο κάθισμά της στην πρώτη σειρά. Άρχισε να χειροκροτά επιδεικτικά δηλώνοντας την ανυπομονησία της να αρχίσει η διαδικασία.
Στην έδρα πάνω στη σκηνή ανέβηκε η Κυρία των κυριών, η γηραιά Μνημοσύνη, που όλα τα θυμόταν. Παρά τα αμέτρητα χρόνια της – λέγανε ότι υπήρχε από την αρχή του κόσμου, ίσως και πιο μπροστά- η Μνημοσύνη διέθετε μια αρετή που καμιά άλλη κυρία δεν είχε. Μνήμη. Οι παρευρισκόμενες ξέσπασαν σε χειροκρότημα αποδίδοντας τιμή στην αδιαμφισβήτητη ηγέτιδά τους. Οι προβολείς εστίασαν στον σκαλιστό θρόνο, καθώς η Μνημοσύνη τσάκιζε το αποστεωμένο σώμα της. Τα άσπρα της λυτά μαλλιά φέγγιζαν σαν κορδέλες μετάξι στον ποδήρη χιτώνα της. Δίπλα της όρθια στάθηκε η σύμβουλός της, η Πολυπραγμοσύνη, που ήξερε πολλά κι είχε καθήκον της να ενημερώνει τη Μνημοσύνη για όλες τις τελευταίες εξελίξεις. Την πρόοδο στην τεχνολογία, τις αλλαγές στο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι, τις κλιματολογικές αλλαγές...
Με τα σοφά μάτια της η Μνημοσύνη διήλθε το μαύρο πλήθος που γέμιζε το αμφιθέατρο. Διέκρινε μόνο την Κομπορρημοσύνη, που πάντα παίνευε τον εαυτό της. Καθόταν στην πρώτη σειρά με τα άλλα φαβορί. Το ψηλό γεμάτο φούντες, τρουκς, πούλιες, φτερά και δαντέλες καπέλο της την έκανε να ξεχωρίζει. Με ύφος αυτοκρατορικό, πλάτες ευθυτενείς και σηκωμένο πηγούνι επιδιδόταν στους συνήθεις βερμπαλισμούς:
-Ζούμε στην εποχή της επίδειξης. Ο άνθρωπος ικανοποίησε τις βασικές ανάγκες, τροφή, στέγη, ενδυμασία, κι ανακάλυψε άλλη μία. Την ανάγκη για προβολή, για αναγνώριση, για επιβεβαίωση! Θεοποίησε την ύλη, κυνηγά το χρήμα, λατρεύει να ξεχωρίζει, να τον αγαπούν, να τον ζηλεύουν! Λένε ότι η ευτυχία του καθενός είναι κομμένη στα μέτρα του, αλλά ετούτοι εδώ μετριούνται όλοι με τον ίδιο πήχη. Και να τα μεγάλα σπίτια, τα γρήγορα αυτοκίνητα, οι πολυτελείς διακοπές, τα ακριβά ρούχα! Ψηλώνουν από περηφάνια όσοι τα κατέχουν κι ας χαίρονται γι’ αυτά, όχι με αυτά. Κι οι άλλοι με τα λιγότερα κονταίνουν, όχι ότι δεν τους αρκούν αλλά στη σημερινή εποχή δεν υπάρχει τίποτα πιο αναγκαίο από το περιττό. Αυτή η χρονιά είναι η χρονιά των άπληστων, των επιδειξιομανών, των δήθεν, των φελλών, των φαφλατάδων, των ξεγάνωτων τενεκέδων, είναι ολότελα δική μου!!!
Η Κομπορρημοσύνη κοίταζε με βλέμμα απλανές μπροστά της. Οι κόρες της είχαν διασταλεί σα να οραματιζόταν κάτι μεγαλειώδες.
-Ναι, επανέλαβε, είμαι σίγουρη. Αυτή είναι η χρονιά μου, και τέντωσε κι άλλο τη μύτη της προς το ταβάνι.
-Αδελφές, ψιθύρισε η Αδελφοσύνη, που όλους τους αγαπούσε, μη θορυβείτε. Μονιάστε κι ας ακούσουμε όλες τα σοφά λόγια της Μνημοσύνης.
Αργά σηκώνοντας το χέρι η Μνημοσύνη ένευσε και οι κυρίες στο αμφιθέατρο ησύχασαν.
«Λαοί χωρίς μνήμη, είναι καταδικασμένοι να πεθάνουν, λένε οι άνθρωποι. Ας θυμηθούμε, λοιπόν, κι εμείς άλλες μεγάλες κυρίες που έφυγαν από κοντά μας, γιατί οι άνθρωποι της πέταξαν στον ποταμό της λήθης, κι ας προσπαθήσουμε να αντέξουμε περισσότερο στο χρόνο από ό,τι άντεξαν εκείνες. Θυμάμαι τις Μοίρες. Κλωθώ, Λάχεσις, Ατροπός. Η μία κλώθει το νήμα της ζωής, η δεύτερη το ξετυλίγει και δίνει στον καθένα ό,τι του λαχαίνει στη ζωή. Η τρίτη το νήμα κόβει στο μόνο σίγουρο του δρόμου τέλος. Θυμάμαι και τις Μούσες, μία για κάθε τέχνη, προστάτιδες της έμπνευσης, της διαύγειας, της φαντασίας. Θυμάμαι και τις Χάριτες...»
Η Μνημοσύνη ανέφερε πάντα στους λόγους της εν είδει μνημοσύνου όλες τις θεότητες που βάδιζαν στο πλευρό του ανθρώπου και φώτιζαν τον κόσμο από τις απαρχές του. Εκείνο το βράδυ ωστόσο είχε κι άλλα να πει.
«Θυμάμαι, όμως, και την Άτη, που θολώνει το μυαλό, την Ύβρη, την αλαζονεία, τη Νέμεση, την τιμωρό. Και αυτά τα τέρατα, τις Σειρήνες τις ανθρωποφάγες, τις άγριες Αμαζόνες, την πλανεύτρα Κίρκη, την περίεργη Πανδώρα». Η Μνημοσύνη έσφιξε στη γροθιά το φουστάνι της και σαν συννεφιασμένος Όλυμπος συνέχισε με βαθιά φωνή:
«Θυμάμαι εντονότερα εμάς. Αιώνες τώρα είμαστε παρούσες σε έναν κόσμο που δεν πιστεύει πια στις Μούσες ούτε γνωρίζει τον τρόμο που ξερνούσαν κάποτε τα φίδια της Μέδουσας. Οι άνθρωποι ξέρουν μόνο εμάς. Ξέρουν κάποιες από εμάς ως ιδέες, αξίες. Κάποιες μας αποκαλούν τιμητικά «αρχές, ιδανικά». Άλλες μας χρησιμοποιούν για να χαρακτηρίσουν άλλους ανθρώπους. Κι όταν μας μαθαίνουν στα σχολειά τους μας λένε όλες «αφηρημένα ουσιαστικά». Σωφροσύνη, Ανδρειοσύνη, Νομιμοφροσύνη, Αγιοσύνη, Παραφροσύνη. Αυτό είμαστε για εκείνους. «Αφηρημένα ουσιαστικά». Δεν είναι τυχαίο λοιπόν, που αφηρημένα στην αρχή, συνειδητά στη συνέχεια αντέστρεψαν τη σημασία των ονομάτων μας, διαστρέβλωσαν τις λέξεις, αλλοίωσαν τα νοήματα, την επικοινωνία, μασκάρεψαν τον κόσμο όλο. Δικαιοσύνη έγινε η δύναμη, Αδελφοσύνη η υποτέλεια, Καλοσύνη η υποκρισία, Σωφροσύνη η επιπολαιότητα. Μπλέχτηκε το δίκαιο με το άδικο, το κακό ντύθηκε καλό, το ανάξιο βαφτίστηκε άξιο, το ποταπό σημαντικό και το σημαντικό ασήμαντο. Να γιατί ο φετινός διαγωνισμός είναι ο σημαντικότερος των τελευταίων αιώνων».
Πέτρινη σιωπή ανησυχίας βάρυνε το αμφιθέατρο.
«Κάθε χρονιά παίρνει το βραβείο μία από εμάς. Ακολουθώντας τις τάσεις της εποχής βραβεύουμε την πιο αντιπροσωπευτική από τις κυρίες και της δίνουμε το βραβείο της επόμενης χρονιάς. Έτσι τις τελευταίες χρονιές βραβεύσαμε τη Βιασύνη. Την επιλέξαμε γιατί υποσχέθηκε ταχύτητα, παραγωγικότητα, κέρδη. Κι αντί αυτών έφερε στρες, πίεση, τροχαία, λάθη, μοναξιά...Έτσι και με τις Χρονιές της Αφροσύνης. Χρονιές που θα φέρνανε πρόοδο, ευημερία, ελευθερία κι όχι το σκοτάδι που σκόρπισαν τελικά. Αδικίες, πόλεμοι, πείνα, δυστυχία, αρρώστιες, οικολογικές καταστροφές κι άλλες πληγές είναι το κληροδότημά τους. Πληγές που ταλανίζουν την ανθρωπότητα ακατάπαυστα. Δεν θυμάμαι, κυρίες μου, να ήταν ποτέ πιο λανθασμένες οι επιλογές μας.»
Έσκυψε το κεφάλι της σα να μιλούσε στο πάτωμα. Σα να απολογούταν σε έναν αόρατο δικαστή.
«Ως ιδέες αποτύχαμε. Αποτύχαμε!»
Ψίθυροι και σπόντες πετάγονταν σα βρώμικα βατράχια στο αμφιθέατρο. Κάποιες κυρίες σηκώθηκαν κι αποχώρησαν ενοχλημένες. Ανάμεσά τους οι νικήτριες των προηγούμενων χρόνων, η Αφροσύνη και η παρέα της, που δεν άντεχαν τις λοξές ματιές και τα πικρά σχόλια.
«Δεν είναι, όμως, αργά», συνέχισε στωικά η Μνημοσύνη. Δεν είναι αργά να βάλουμε αυτόν τον κόσμο σε τάξη, να τον νοικοκυρέψουμε (εδώ η νοικοκυροσύνη γούρλωσε τα μάτια της βλέποντας νοερά το βραβείο να την πλησιάζει). Δεν είναι αργά να μάθουν οι άνθρωποι να εμπιστεύονται τις αρετές τους (η Εμπιστοσύνη ανασκουμπώθηκε κι αυτή). Δεν είναι αργά να αισθανθούν περήφανοι για τα επιτεύγματα του ορθού λόγου και της ηθικής (η Κομπορρημοσύνη που τόση ώρα γινόταν φορτική μιλώντας συνέχεια για τον εαυτό της, τώρα μόνο σώπασε. Ένιωθε πως η ώρα να της απονεμηθεί το βραβείο είχε επιτέλους φτάσει). Δεν είναι αργά να συνειδητοποιήσουν οι άνθρωποι τα σφάλματά τους, τις αδυναμίες, τα πάθη τους και να τα αποδεχτούν. Αν γίνει αυτό, θα είναι το πρώτο βήμα προς την ανοικοδόμηση του κόσμου, την αναγέννηση του ανθρώπου. Η νέα χρονιά, λοιπόν, η χρονιά που ανατέλλει σε λίγες ώρες δεν μπορεί παρά να είναι η χρονιά της...(η Κομπορρημοσύνη κράτησε την αναπνοή της) της αυτοκριτικής, της παραδοχής, της μετάνοιας, της...(τα τακούνια της έτριζαν στο παρκέ σαν τη βελόνα της ραπτομηχανής)...της Ταπεινοφροσύνης!»
Χειροκροτήματα και επιφωνήματα επιδοκιμασίας αντιλάλησαν στην αίθουσα. Ήρεμα κι αργά η Ταπεινοφροσύνη, γαλήνια όπως πάντα, σηκώθηκε και υποκλίθηκε πρώτα προς τη Μνημοσύνη κι έπειτα προς το κοινό που την αποθέωνε.
-Ας είναι, γύρισε προς την Αδελφοσύνη η Κομπορρημοσύνη. Άλλωστε ήταν ολοφάνερο. Μόνο ένας ανίδεος δε θα μπορούσε να το μαντέψει. Μετά από έμενα εκείνη ήταν το φαβορί, και συνέχισε να κομπάζει για τις προγνωστικές της ικανότητες αυτή τη φορά.

Ώρες μετά κι αφού δέχτηκε σεμνά τα συγχαρητήρια, η Ταπεινοφροσύνη κλείστηκε στο γραφείο της με τη Δικαιοσύνη και την Καλοσύνη βοηθούς! Μια καινούρια χρονιά ανέτειλε και οι τρεις τους είχαν πολλή δουλειά να κάνουν!




* Η ποιητική συλλογή της Ελένης Αλεξίου, Το Φλας, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λογείον.