Παρασκευή, Απρίλιος 06, 2012

 Η μηχανή του χρόνου στα Τρίκαλα

Η παρουσίαση του βιβλίου Ιστορίες από τη «Μηχανή του χρόνου» θα παρουσιασθεί αύριο Σάββατο και ώρα 20.00 στο βιβλιοπωλείο Κηρήθρες. Είναι το όχημα για ένα ταξίδι και μια γνωριμία με ανθρώπους και καταστάσεις που σημάδεψαν τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία

Το βιβλίο Ιστορίες από τη "Μηχανή του χρόνου" είναι το όχημα για ένα ταξίδι και μια γνωριμία με ανθρώπους και καταστάσεις που σημάδεψαν τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία। Από τους μαυραγορίτες της κατοχής και το χαστούκι στη βασίλισσα Φρεδειρίκη έως τη δίκη του Νάσιουτζικ και τη δολοφονία του Μιχάλη Καλτεζά। Από τον ναζί Μαξ Μέρτεν, που εξολόθρευσε τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης, στα "θαύματα"της άγιας Αθανασίας και από τον Νόμο 4000 περί τεντιμποϊσμού στον ληστή με τις γλαδιόλες, τον μοιραίο Βενάρδο. Ο Χρίστος Βασιλόπουλος, που επιμελείται και παρουσιάζει την εκπομπή "Μηχανή του χρόνου", και ο αρχισυντάκτης Δημήτρης Πετρόπουλος, έπειτα από πέντε χρόνια επιτυχημένης τηλεοπτικής διαδρομής, μεταφέρουν τις ιστορίες στον γραπτό λόγο. Συγκεντρώνουν τα στοιχεία, τις μαρτυρίες και τα ντοκουμέντα που δεν έδειξαν ποτέ στην τηλεόραση και, με επιπλέον έρευνα, ανακαλύπτουν κι άλλες πληροφορίες για τους πρωταγωνιστές και τους κομπάρσους των θεμάτων που στο παρελθόν έγιναν πρωτοσέλιδα και μερικές φόρες καθόρισαν τη μοίρα του τόπου. Ξεχωρίζουν τον μύθο από την πραγματικότητα, τα ηθελημένα ψέματα από την αλήθεια. Διατρέχουν πέντε ταραγμένες δεκαετίες, συστήνοντας το πρόσφατο παρελθόν μας σε όσους το αγνοούν και υπενθυμίζοντας άγνωστες πτυχές σε όσους το έζησαν με τη φόρτιση και τις σκοπιμότητες των εξελίξεων. Οι ιστορίες από τη "Μηχανή του χρόνου" είναι ένα βιβλίο για όλη την οικογένεια: Για αυτούς που δεν πρέπει να ξεχάσουν και για αυτούς που πρέπει να μάθουν. Για όσους θυμούνται ακόμη την τελευταία εκτέλεση ποινικού κρατουμένου στην Ελλάδα και για όσους αγνοούν ότι ο Έρικ Κλάπτον έζησε για λίγους μήνες στη χώρα μας και σόλαρε με την κιθάρα του σε μπαρ της Κυψέλης παρέα με Έλληνες μουσικούς. Για όσους αποθέωσαν τον θρυλικό Τζιμ Λόντο και για όσους έχουν ακούσει το όνομα της θλιμμένης πριγκίπισσα Σαράγια, αλλά δεν ξέρουν γιατί έχασε τον θρόνο της. Ένα βιβλίο πατριδογνωσίας, γιατί τελικά η πατρίδα μας δεν είναι μόνο οι κάμποι και τα ψηλά βουνά. Ιστορίες γραμμένες από τη ζωή και τη δύναμη των προσώπων. 13 + 2 ιστορίες από τη "Μηχανή του χρόνου", που οι τίτλοι τους προκαλούν τη μνήμη, τον μύθο, τα αισθήματα. Η "αγία" Αθανασία του Αιγάλεω και η "ανάστασή" της. Το "χαστούκι" της Αµπατιέλου στη βασίλισσα Φρειδερίκη. Βασίλης Λυµπέρης. Η τελευταία εκτέλεση στην Ελλάδα. Ο θρυλικός παλαιστής Τζιμ Λόντος και οι περιπέτειές του στην Αμερική. Τα μυθικά σόλο του Έρικ Κλάπτον στην Αθήνα του '65. Ο Νόμος 4000, οι τεντιμπόηδες, τα εξευτελιστικά κουρέματα. Ο "τεμαχισμός" του Αγίου Γερασίμου και η εκδίωξη του μητροπολίτη Κεφαλληνίας. Θεόδωρος Βενάρδος, ο γοητευτικός ληστής µε τις γλαδιόλες, που κρεμάστηκε στη φυλακή. Σοράγια, η θλιμμένη πριγκίπισσα και οι περιπέτειές της στη Μύκονο. Μαξ Μέρτεν, ο ναζί σφαγέας της Θεσσαλονίκης, που συκοφάντησε τον Κ. Καραμανλή. Μαυραγορίτες, δωσίλογοι και απαγχονισμοί λαδεμπόρων στην κατοχική Αθήνα. Το δικαστικό θρίλερ Νάσιουτζικ και το μυστικό σχέδιο της απόδρασής του από τον Ρωχάμη. Η δολοφονία του 15χρονου Μιχάλη Καλτεζά και η προσπάθεια των αρχών να αμαυρώσουν το θύμα.

www.kirithres.gr/Books.asp?bc=149689

Κυριακή, Δεκέμβριος 18, 2011

Εωθινές επιγνώσεις

Η καινούρια ποιητική συλλογή του Αγαθοκλή Αζέλη (Πλανόδιον). Οι νύχτες στο θρυμματισμένο ενυδρείο, ήταν η προηγούμενη(Μεταίχμιο 2008).Το βιβλίο θα παρουσιαστεί την Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011 στις 8. 30 μ.μ στο βιβλιοπωλείο Κηρήθρες, Ασκληπιού 34 Τρίκαλα.

Θα μιλήσουν

Η κ. Όλγα Κασιαρδή-Hering, Καθηγήτρια Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών

Ο κ. Γιώργος Κόκκινος, Καθηγητής Μεθοδολογίας και Διδακτικής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Αιγαίου

Ο κ. Θανάσης Χονδρός, Εθνομουσικολόγος- Εκπαιδευτικός

Την εκδήλωση θα προλογίσει η κ. Βάσω Κάκλα, Φιλόλογος, Αντιδήμαρχος Παιδείας- Πολιτισμού-Αθλητισμού του Δήμου Τρικκαίων


Λίγα λόγια για την ποιητική συλλογή

Αν ισχύει ότι η μέρα ανήκει στη δράση και η νύχτα στο στοχασμό, το εωθινό τους μεταίχμιο αφιερώνεται στον αναστοχασμό που οδηγεί σε επιγνώσεις. Η ποιητική νύχτα είναι ίσως η χρονική περίοδος που το ποιητικό υποκείμενο διαλέγει στα αποθηκευμένα θραύσματα της μέρας τα στοιχεία που μέσα από τον αναστοχασμό και τις επιγνώσεις θα οδηγήσουν στη σύνθεση της ποιητικής του μυθολογίας, η οποία θα αποτελέσει τη γέφυρα για τη μετάβαση στην εκάστοτε επιούσα. Την απόπειρα διαμόρφωσης μιας τέτοιας υποκειμενικής μυθολογίας αποτελούν και οι τυπωμένες «Εωθινές Επιγνώσεις», με την προσδοκία να επιδώσουν στον εταίρο τους ένα όχημα με το οποίο θα χαράξει τη δική του, λυσιτελή ή μη, Οδύσσεια

Λίγα λόγια για τον ποιητή

Ο Αγαθοκλής Αζέλης είναι φιλόλογος στο Μουσικό Σχολείο Τρικάλων. Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Βιέννης, εργάστηκε ως έμμισθος ερευνητής στην Ακαδημία Επιστημών της Αυστρίας, ως Λέκτορας στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, όπου δίδαξε ελληνική γλώσσα, λογοτεχνία και ιστορία των ιδεών, και ως καθηγητής στο Vienna International School. Έχει δημοσιεύσει εκπαιδευτικά βιβλία, ενώ βραβεύτηκε από το αυστριακό κράτος για τη μετάφραση γερμανόφωνης λογοτεχνίας στα Ελληνικά. Έχει συμμετάσχει με ανακοινώσεις σε συνέδρια με επιστημονικό ή εκπαιδευτικό περιεχόμενο και έχει δημοσιεύσει ποιήματα στα περιοδικά "Η Λέξη" και "Η Παρέμβαση" και στην επετηρίδα "ΤΡΙΚΑΛΙΝΑ". Η πρώτη του ποιητική συλλογή "Νύχτες στο θρυμματισμένο ενυδρείο" εκδόθηκε από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ το 2008.


3+1 ποιήματα


Νυχτερινές αναπολήσεις

Είσαι ένα δίκοπο μαχαίρι
Κι εγώ το θηκάρι σου
Εφαρμόζεις μέσα μου
Δεν με κόβεις, δεν σε σφίγγω
Γίνεσαι ακίνδυνη
Αν και πάντα ετοιμοπόλεμη
Είμαι ένα δίκοπο μαχαίρι
Κι εσύ το θηκάρι μου
Εφαρμόζω μέσα σου
Δεν σε κόβω, δεν με σφίγγεις
Γίνομαι ακίνδυνος
Αν και πάντα ετοιμοπόλεμος
Είμαστε δυο μαχαίρια
Που διασταυρώθηκαν κι έγιναν δίκοπα
Μα σαν στοιχειωμένες πτυσσόμενες
Μπάμπουσκες, πότε το ’να
Γίνεται θήκη, πότε τ’ άλλο

(Εωθινές επιγνώσεις)

Ρωγμές

Το ποίημα είναι κατηγορική προσταγή
Σε υποδέχεται, αποκλειστικό καλεσμένο
Στον περίκλειστο κήπο του
Σου σφηνώνει την πένα στο χέρι
Καθηλώνοντάς σε να το γράψεις
Αν γελαστείς και υποκύψεις
Το άγος του ποιητή αν αποδεχτείς
Οι νύχτες σου διαρκώς θα μεγαλώνουν
Το ρολόι θα χτυπάει λέξεις
Παλιές; Πρωτότυπες; Πάντως πτερόεσσες
Ο χρόνος σου θα γίνει άνεμος
Ο τόπος θα σφαδάζει από το
Σύνδρομο στέρησης όλο αποδοκιμασία
Η ζωή σου θα τροχοδρομεί, βαγονέτο
Σκαπανέας που ανοίγει ρότα προς τον
Εαυτό του, με σύντομες επαναλήψεις
Για εμπέδωση
Γι’ αυτό λοιπόν νοικοκυρέψου. Αγόρασε
Ομόλογα πρόζας, τους ανήκει το μέλλον
Εμπεριέχουν, άλλωστε οδηγίες χρήσης

(Εωθινές επιγνώσεις)

Προϊούσα συνύφανση

Όσα χρόνια σε προσδοκούσα
Καλλιεργούσα ανεπεξέργαστες μνήμες
Συναντώντας σε στο τέρμα του κήπου
Με συνόδευσες στην αντίστροφη πορεία
Δεν θυμόμουν ακριβή
Ονόματα και διευθύνσεις
Τυφλά βήματα μας ανέβασαν σε σκάλες
Περιπλανήσεις ανακάλεσαν μυρωδιές και όψεις
Σταδιακά όλα απέκτησαν ονόματα
Ήρθε η ώρα να αποποιηθούμε
Τα δικά μας’ είμαστε μεταξύ μας
Άχρονοι πλέον, δεν κινδυνεύουμε
Ούτε απ’ της Δαλιδάς το βιαστικό ψαλίδι
Η κόρη μας μεγαλώνει προς τα ένδον του κρανίου
Είμαι εγώ οστά κι εσύ οι ραφές τους
Όριο στεγανό τ’ ασήμαντο ν’ αντιπαλεύει

(Εωθινές επιγνώσεις)

Schalen

Απολεπίζονται οι λέξεις σαν το χιόνι
Και ξεπροβάλλουν από κάτω πάλι λέξεις
Φθίνει το κρεμμύδι
Όμως πυρήνας πουθενά
Μόνο σωρός τα τσόφλια ένα γύρο
Στο χέρι σπαρταράει το κενό

(Νύχτες στο θρυμματισμένο ενυδρείο)

Παρασκευή, Ιανουάριος 28, 2011

Θα πολεμάς με τους θεούς

Εκδήλωση

Τα βιβλιοπωλεία Κηρήθρες και οι εκδόσεις Πατάκη παρουσιάζουν το καινούριο
βιβλίο του συγγραφέα Δημήτρη Στεφανάκη, θα πολεμάς με τους Θεούς .
Η παρουσίαση θα γίνει την Παρασκευή 28 Ιανουαρίου στις 8,30 το βράδυ στην αίθουσα του βιβλιοπωλείου Κηρήθρες ,Ασκληπιού 34.



Οπισθόφυλλο

"Ξύπνα, Λεωνίδα. Είναι ώρα" νόμισε πως άκουσε μες στον ύπνο του τη φωνή της Ερατεινής, της Μεσσήνιας γριάς να τον καλεί και πετάχτηκε αναμαλλιασμένος απ' τη βασιλική κλίνη, αναζητώντας στο σκοτάδι το χάδι της λες κι ήταν ακόμα μικρό παιδί. Για μια στιγμή μάλιστα είχε τη βεβαιότητα ότι ξαναζούσε εκείνη τη μακρινή μέρα, που η νεαρή τότε Ερατεινή τον σήκωσε από τα άγρια χαράματα για να τον παραδώσουν στους παιδονόμους. Από ατίθασο παιδί σε αριστούχο της αγωγής και από μέλος της στρατιωτικής ελίτ σε διστακτικό ενήλικα που έζησε στη σκιά του ετεροθαλούς αδελφού του, Κλεομένη, ο Λεωνίδας ακολούθησε το δικό του πεπρωμένο. Μάρτυρας της οικογενειακής διαμάχης για τον θρόνο του οίκου των Αγιαδών, αποποιήθηκε την προσωπική του φιλοδοξία αναπτύσσοντας στο έπακρο τη σωματική ρώμη και την ηθική ακεραιότητα του επίλεκτου Σπαρτιάτη. Αγέρωχος βασιλιάς, παρέμεινε σε πολλά απλός στρατιώτης. Δεν υποπτεύθηκε καν τον ρόλο που του επεφύλασσε η Ιστορία. Όταν όμως χρειάστηκε, αποδείχτηκε σαν έτοιμος από καιρό... Το "Θα πολεμάς με τους θεούς" είναι ένα μυθιστόρημα για τον άνθρωπο που έσωσε τον δυτικό πολιτισμό, τον ρομαντικό και αταίριαστο βασιλιά της Σπάρτης. Στην ιστορία της ζωής του, οι Θερμοπύλες, ως ύψιστη έκφραση ελευθερίας, δεν αποτελούν μονάχα την αποθέωση της μοναχικής του πορείας. Συνοψίζουν με τον πιο εύγλωττο τρόπο το ιδεώδες της πόλης του. Και η ίδια η Σπάρτη ξεδιπλώνεται ολοζώντανη και πολύχρωμη μπροστά στα μάτια μας, μαζί με το πανόραμα ενός ολόκληρου κόσμου που φαντάζει απροσδόκητα οικείος και σύγχρονος.

Σχετικά σχόλια….

Ένα μυθιστόρημα για τον άνθρωπο που έσωσε το δυτικό πολιτισμό, πεθαίνοντας μαζί με τους 300 του, στις Θερμοπύλες, κυκλοφόρησε ο Δημήτρης Γ. Στεφανάκης με τίτλο «Θα πολεμάς με τους θεούς», (εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ).

Σε αυτό το υπερμυθιστόρημα των 572 σελίδων ζωντανεύει η αρχαία Σπάρτη με την καθημερινή ζωή, τους θεσμούς της και τα ηρωικά της πρόσωπα. Ο συγγραφέας εξιστορεί με ενάργεια και γνώση την πορεία του βασιλιά-ηγέτη, που έμελλε να μείνει στο διηνεκές με τη θυσία του, αντιμετωπίζοντας τις ορδές των Περσών. Με θαυμασμό και χωρίς προγονολατρεία φωτίζεται ο χαρακτήρας του Λεωνίδα, ο οποίος ξεκινούσε τη μέρα του με λίγο κρασί και ψωμί, ντυμένος τον κόκκινο χιτώνα που φορούσε και ο τελευταίος στρατιώτης της πόλης του.

Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα που αποτελεί την αρχή του βιβλίου:

«Ξύπνα, Λεωνίδα. Είναι ώρα», νόμισε πως άκουσε μες στον ύπνο του τη φωνή της Ερατεινής, της Μεσσήνιας γριάς, να τον καλεί και πετάχτηκε αναμαλλιασμένος απ΄τη βασιλική κλίνη, αναζητώντας στο σκοτάδι το χάδι της λες κι ήταν ακόμα μικρό παιδί. Για μια στιγμή μάλιστα, είχε τη βεβαιότητα ότι ξαναζούσε εκείνη τη μακρινή μέρα, που η νεαρή τότε Ερατεινή τον σήκωσε από τα άγρια χαράματα για να τον παραδώσουν στους παιδονόμους».

Ο συγγραφέας σημειώνει: Από ατίθασο παιδί σε αριστούχο της αγωγής και από μέλος της στρατιωτικής ελίτ σε διστακτικό ενήλικα που έζησε στη σκιά του ετεροθαλούς αδελφού του, Κλεομένη, ο Λεωνίδας ακολούθησε το δικό του πεπρωμένο. Μάρτυρας της οικογενειακής διαμάχης για τον θρόνο του οίκου των Αγιαδών, αποποιήθηκε την προσωπική του φιλοδοξία, αναπτύσσοντας στο έπακρο τη σωματική ρώμη και την ηθική ακεραιότητα του επίλεκτου Σπαρτιάτη. Αγέρωχος βασιλιάς, παρέμεινε σε πολλά απλός στρατιώτης. Δεν υποπτεύθηκε καν τον ρόλο που του επεφύλασσε η Ιστορία. Όταν όμως χρειάστηκε, αποδείχθηκε σαν έτοιμος από καιρό…

Χαρακτηριστικό απόσπασμα από το κλείσιμο του βιβλίου:

«Οι τελευταίοι Θερμοπυλομάχοι διέσχισαν τον στενό διάδρομο του πεδίου μάχης, περνώντας πάνω από τα διάσπαρτα πτώματα και τα παραπεταμένα όπλα. Η ζωή σκιρτούσε στο πρώτο χάραμα. Τα τιτιβίσματα των πουλιών από την πλαγιά του Καλλίδρομου πύκνωναν ολοένα, όπως και το βουητό από τις ναρκωμένες μύγες που μούλιαζαν όλη νύχτα στο αίμα και στη σάπια σάρκα. Ύστερα η ελληνική φάλαγγα με επικεφαλής τον Λεωνίδα και τους λογάδες του (επίλεκτους σωματοφύλακες) προέλασε επιταχύνοντας διαρκώς προς το ανοικτό πεδίο. Ο αιφνιδιασμός ήταν απόλυτος. Ποιος περίμενε ότι οι Έλληνες θα εγκατέλειπαν την ασφάλεια των Στενών; Οι ουρανομήκεις ιαχές τους τάραξαν τον βαθύ ύπνο των βαρβάρων. Η φρουρά του στρατοπέδου σφαγιάστηκε κι όσοι έσπευσαν πρώτοι να ναχαιτίσουν τους μαινόμενους οπλίτες είχαν την ίδια τύχη. Έντρομοι Ασιάτες έτρεχαν προς όλες τις κατευθύνσεις».

Ένα βιβλίο που συνδυάζει την ιστορική γνώση και την παραστατικότητα που θυμίζει κινηματογραφικό έργο.

Ο υπότιτλος του εξωφύλλου προδίδει ένα από τους διασημότερους άνδρες όχι μόνο της Ελληνικής αλλά και της παγκόσμιας ιστορίας που η Μοίρα του ψιθύρισε από νωρίς στη ζωή του αυτή την ευλογημένη...κατάρα : θα πολεμάς με τους θεούς.
Ο συγγραφέας αυτής της μυθιστορηματικής βιογραφίας του Λεωνίδα της Σπάρτης με την παραστατική, γλαφυρή και συχνά λυρική γραφή του μας προτρέπει να κρατήσουμε το χέρι του μικρού Λεωνίδα, να περιπλανηθούμε μαζί του στην συγκλονιστική, γεμάτη πάθος μοναχική ζωή του και να "πέσουμε" ηρωικά μαζί του στις αιώνιες Θερμοπύλες, όπως αιώνια και ύψιστη πρέπει να είναι η Ελευθερία, λαών κι ανθρώπων, σε όλες της τις εκφράσεις.
Συναρπαστικό, μεστό, δυνατό μυθιστόρημα για έναν βασιλιά που έζησε και πέθανε σαν απλός στρατιώτης.

Ο συγγραφέας

Ο Δημήτρης Στεφανάκης γεννήθηκε το 1961. Σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο της Αθήνας. Έχει μεταφράσει έργα των Σωλ Μπέλλοου, Τζον Απντάικ, Μάργκαρετ 'Ατγουντ, Ε.Μ.Φόρστερ, Γιόζεφ Μπρόντσκι, Προσπέρ Μεριμέ κ.ά. Το «Θα πολεμάς με τους θεούς» είναι το έκτο μυθιστόρημά του. Από τις εκδόσεις Πατάκη έχουν προηγηθεί οι «Μέρες Αλεξάνδρειας» (2007) και το «Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι» (2009).


Αναδημοσίευση συνέντευξης του συγγραφέα από akamas.wordpress.com

Κοντά τρεις μήνες από τη κυκλοφορία του νέου του βιβλίου Θα πολεμάς με τους θεούς, στο οποίο μας περιγράφει την ιστορία του βασιλιά της Σπάρτης Λεωνίδα τη μάχη και τον θάνατό του στις Θερμοπύλες, ο συγγραφέας Δημήτρης Στεφανάκης απαντά σε κάποιες ερωτήσεις μου σχετικά με το νέο του βιβλίο.

Μετά την Αλεξάνδρεια και την «νεκρανάσταση» του Καμύ, ο Λεωνίδας: «Θα πολεμάς με τους θεούς». Τι συμβολίζει για σένα ο βασιλιάς της Σπάρτης;
Ο Λεωνίδας είναι μια ξεχωριστή περίπτωση στο πάνθεο της ιστορίας. Εκφραστής του αμυντικού πολέμου, είναι ο άνθρωπος που έσωσε τον δυτικό πολιτισμό. Σε μια κρίσιμη στιγμή όπου ο Ελλαδικός χώρος υφίσταται τρομακτική επίθεση από την υπερδύναμη της εποχής εκείνης, ο Σπαρτιάτης βασιλιάς αναλαμβάνει να δώσει τη λύση. Πρόκειται για μοναχική στάση σε πείσμα θεών και ανθρώπων. Το τραγικό μεγαλείο αυτής της απόφασης και η σημασία της είναι ορατά ακόμα και σήμερα. Εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς πόσο διαφορετικό θα ήταν το σκηνικό στο σύγχρονο κόσμο αν η ρήξη Ανατολής και Δύσης είχε διαφορετική έκβαση. Οι Θερμοπυλομάχοι δεν υπήρξαν απλοί στρατιώτες, ούτε επιτρέπεται να τους χρησιμοποιούμε ως εθνικά σύμβολα. Ανήκουν στην παγκόσμια κληρονομιά και ενσαρκώνουν το οικουμενικό ιδεώδες. Οι Θερμοπύλες, τυπικά τουλάχιστον, δεν αποτελούσαν εθνικό σύνορο για όσους τις υπερασπίστηκαν τότε. Ήταν όμως σύνορο για την ελεύθερη σκέψη, για την αξιοπρέπεια, για τον πολιτισμό.
Θα χαρακτήριζες το μυθιστόρημά σου ιστορικό;
Ο όρος ιστορικό μυθιστόρημα μου δίνει την αίσθηση ότι η λογοτεχνία χειραγωγείται από την ιστορία και αυτό βέβαια δεν αρέσει σε κανένα λογοτέχνη. Κατά τη γνώμη μου ο όρος αυτός είναι αδόκιμος και προκύπτει από την ατυχή προσπάθεια να παντρέψει κανείς δύο ασύμβατες έννοιες. Η προαιώνια διαμάχη μεταξύ Ιστορίας και λογοτεχνίας παραμένει αμφίρροπη. Και οι δύο ευαγγελίζονται την αλήθεια. Από τη μια υπάρχουν κάποιοι που ισχυρίζονται ότι η Ιστορία έχει σαφές προβάδισμα έναντι της μυθοπλασίας και από την άλλη υπάρχουν κάποιοι, όπως εγώ, που πρεσβεύουν το αντίθετο.
Αν πρέπει, λοιπόν, οπωσδήποτε να απαντήσω στο ερώτημά σου, θα πω ότι το «Θα πολεμάς με τους θεούς», είναι ένα μυθιστόρημα για τον Λεωνίδα και την εποχή του. Είναι μια άμεση αίσθηση αυτού του κόσμου απαλλαγμένη από την μουσειακή αντίληψη περί Ιστορίας.

Πώς αποφάσισες λοιπόν να γράψεις για τον Λεωνίδα; Πώς τον παρουσιάζεις μέσα στο βιβλίο σου;

O Λεωνίδας ήταν ύψιστη πρόκληση από την στιγμή που υπήρχαν ελάχιστα στοιχεία για τη ζωή του. Αυτός ο μοναδικός ήρωας ή μάλλον ο αντι-ήρωας παρέμεινε μια ασχημάτιστη προσωπικότητα στο διάβα των αιώνων, που προσφέρεται για μυθοπλαστική ανάπλαση. Για μένα ήταν ο αδιαφιλονίκητος πρωταγωνιστής σε ένα βιβλίο που θα με πήγαινε ακόμα πιο μακριά ως μυθιστοριογράφο. Προσπάθησα να αναδείξω την ανθρώπινη πλευρά του, τις αδυναμίες, τα πάθη, τις επιθυμίες, τους φόβους και τα οράματά του. Από την άλλη, βέβαια, σεβάστηκα απόλυτα το μύθο του.
Στο βιβλίο μου, πρέπει να ξέρεις, ο Λεωνίδας δεν έχει θέση ηγέτη αλλά οδηγού. Δεν μπορεί να επιβάλλει, είναι υποχρεωμένος να πείσει. Μεγαλωμένος με το δόγμα τού «δεν θα γίνεις ποτέ βασιλιάς», όταν χρειάστηκε, απέδειξε ότι είχε και με το παραπάνω τα απαιτούμενα προσόντα. Σε σχέση με τον Κλεομένη είναι λιγότερο πληθωρικός, λιγότερος ευέλικτος και ραδιούργος, αλλά σίγουρα εντιμότερος και γενναιότερος.

Αμφέβαλλες για το τελικό αποτέλεσμα;

Στην αρχή, ναι, αμφέβαλλα. Ούτως ή άλλως ένα βιβλίο γεννιέται μέσα στην αμφιβολία. Ύστερα όσο κανείς εμβαθύνει στον ήρωα και στον κόσμο που τον περιβάλλει, κατακλύζεται από εικόνες, από ήχους, μυρωδιές και οράματα. Η μυθοπλασία αποκτά διαστάσεις και ο μύθος τοποθετείται επιτέλους στα ανθρώπινα μέτρα. Στη συνέχεια απομένει η διαδικασία της συγγραφής. Ωστόσο όταν ο μυθοπλάστης συλλάβει ενορατικά το θέμα του, βρίσκει εύκολα τις λέξεις και το ρυθμό για να το αναπτύξει.

Μήπως όμως η απόρριψη του όρου ιστορικό μυθιστόρημα σού επιτρέπει να διολισθαίνεις σε ιστορικές ανακρίβειες;

Αντίθετα. Θα έλεγα πως όσο κι αν αναθεματίζω την Ιστορία, η μεγαλύτερη αγωνία μου είναι να μην συλληφθώ ιστορικά ανακόλουθος. Φαίνεται αντιφατικό αλλά κάθε ευσυνείδητος συγγραφέας που προσπαθεί να ανασυστήσει μια ολόκληρη εποχή, γνωρίζει εκ των προτέρων πως η μυθοπλασία πρέπει να σταματά στην επινόηση ορισμένων φανταστικών προσώπων ή διαλόγων και στην εσωτερική δράση του πρωταγωνιστή. Όσον αφορά το ιστορικό πλαίσιο η παραμικρή ανακρίβεια μπορεί να τινάξει όλο το οικοδόμημα στον αέρα.
Στην περίπτωση του Λεωνίδα, λοιπόν, θα έλεγα ότι ο ήρωάς μου πατά με το ένα πόδι στην πραγματικότητα της εποχής του και με το άλλο στη μυθοπλασία. Ο κόσμος όμως μέσα στον οποίο κινείται είναι απόλυτα ακριβής και τεκμηριωμένος, ένας κόσμος πολύ πιο οικείος και σύγχρονος από ό,τι φανταζόμαστε.
Υπάρχουν όμως, όπως μας λες, και φανταστικά πρόσωπα στο μυθιστόρημά σου.

Πολλά από αυτά ανήκουν στον στενό κύκλο του Λεωνίδα και συνήθως πρόκειται για μη προνομιούχους ανθρώπους. Σημαίνει κάτι αυτό;

Το «Θα πολεμάς με τους θεούς» είναι ένας μεγάλος κόσμος από ιστορικά πρόσωπα και επινοημένους χαρακτήρες. Ακόμα και τα ιστορικά πρόσωπα ακροβατούν στα όρια της μυθοπλασίας, όταν εμπλέκονται σε φανταστικούς διαλόγους, ή όταν τους αποδίδονται ιδιότητες που δεν μπορούμε εκ των υστέρων να εξακριβώσουμε. Όσον αφορά τους δευτερεύοντες χαρακτήρες, και ιδιαίτερα αυτούς που διατρέχουν το μυθιστόρημα, είναι όντως στην πλειονότητά τους άτομα χωρίς ιδιαίτερα προνόμια: Η παραμάνα του Λεωνίδα, ο ανιψιός της που είναι βασιλικός υπηρέτης, οι δύο Σκιρίτες… Έχω την εντύπωση ότι ο Λεωνίδας δεν συναναστρεφόταν ιδιαίτερα επιφανείς ανθρώπους, αλλιώς στην κρίσιμη θα εξασφάλιζε για λογαριασμό του καλύτερες πολιτικές ισορροπίες. Από την άλλη, ένας άνθρωπος με όραμα ελευθερίας θα αισθανόταν σίγουρα κάποια αμηχανία απέναντι στα ακανθώδη ζητήματα, όπως αυτό της ειλωτείας.

Σε όλο το βιβλίο υποφώσκει η αντιπαλότητα Σπάρτης-Αθήνας. Είναι σαφές ότι δεν συμφωνείς με την αθηνοκεντρική εκδοχή της αρχαιότητας. Ποια είναι ακριβώς η άποψή σου για το θέμα αυτό.

Με δύο λόγια θα έλεγα ότι η Σπάρτη πριν από τους Μηδικούς πολέμους ήταν ό,τι η Αθήνα μετά τους Μηδικούς πολέμους. Ο αναγνώστης πρέπει να φανταστεί μια πόλη, η οποία παρά το αυστηρό στρατοκρατικό πλαίσιο, παραμένει ανοιχτή και διόλου συντηρητική. Τρανταχτό παράδειγμα, η Δωρική κωμωδία, ο επιφανής πρόδρομος της αττικής Κωμωδίας την οποία ο πουριτανισμός των Αθηναίων απορρίπτει σε αντίθεση με τους Σπαρτιάτες. Στις μεγάλες καλοκαιρινές γιορτές της Σπάρτης, αντίθετα, ένα πλήθος από ηθοποιούς, χορευτές, μουσικούς, ποιητές και κάθε είδους καλλιτέχνες κατακλύζουν τη Λακεδαίμονα ενθαρρυμένοι από το φιλελεύθερο πνεύμα των κατοίκων της. Εξάλλου ο πλούτος από τα κοιτάσματα σιδήρου, η υψηλή γαστρονομία, τα αντικείμενα τέχνης από τα περίφημα Λακωνικά εργαστήρια, οι πολιτειακοί θεσμοί, αλλά και η αναβαθμισμένη θέση της γυναίκας είναι θέματα που αποσιωπήθηκαν επειδή η Ιστορία γράφτηκε στα μέτρα της Αθήνας.

Τι καινούργιο, εντέλει, κομίζει στον αναγνώστη το μυθιστόρημα αυτό για τον Λεωνίδα;

Αναδεικνύει πρώτα-πρώτα την ανθρώπινη πλευρά του Λεωνίδα, αναζητώντας τον άνθρωπο πίσω από τον μύθο, κάτι που κανείς μέχρι σήμερα δεν τόλμησε να το κάνει, τουλάχιστον συστηματικά. Αναδεικνύει επίσης και τον κόσμο μέσα στον οποίο έζησε και έδρασε ο ήρωάς μου, την μεγάλη καθημερινότητα που οι ιστορικοί θαμπωμένοι από το κλέος των σπουδαίων ανδρών αντιμετωπίζουν συνήθως αποσπασματικά. Ο αναγνώστης αντλεί ένα σωρό πληροφορίες για την καθημερινότητα των αρχαίων: Τι έτρωγαν, τι ρούχα φορούσαν, πώς εμπορεύονταν, πού έμεναν, πού και πότε προσεύχονταν, πότε και γιατί θυσίαζαν στους θεούς τους, πώς μετακινούνταν από πόλη σε πόλη, πώς ερωτεύονταν, ποια ήταν η φιλοσοφία τους για τον πόλεμο και ποια η σχέση τους με τη ζωή και τον θάνατο. Ό,τι δηλαδή υποχρεούται να αναδείξει ένα μυθιστόρημα που υποτίθεται ότι μιμείται την ίδια τη ζωή.

Πώς προέκυψε και τι σημαίνει ο τίτλος «Θα πολεμάς με τους θεούς;»

Μια και η υπόθεση του βιβλίου είναι λίγο-πολύ γνωστή σε όλους, θα προτιμούσα να είναι αυτό το μικρό μυστικό που θα ανακαλύψει ο αναγνώστης μέσα στις σελίδες του. Θα ήθελα μόνο να προσθέσω πως το κοινό θα μπορούσε να δει το μυθιστόρημα αυτό σαν μια ευκαιρία να ξαναδιαβάσει λογοτεχνία με φόντο την αρχαιότητα ως ένα κόσμο ειρήνης, καθημερινότητας, πολιτισμού, ανθρωπιάς και όχι ως στατικό, αγαλμάτινο, πολεμοχαρή κόσμο.

Πέμπτη, Αύγουστος 05, 2010

Ας θυμηθούμε τον Αλφόνς

Άφησα τις τελευταίες δέκα σελίδες να τις διαβάσω στο Πήλιο. Επίτηδες.
Το βιβλίο κυκλοφόρησε στα τέλη Μάη, άρχισα να το διαβάζω μέσα Ιούλη και τώρα ήμουν στους Αγίους Σαράντα για τις τελευταίες σελίδες. Αυτή τη καλοκαιρινή Κυριακή άφησα να την καθορίσει η ματιά του Κώστα Ακρίβου και του Αλφόνς. Και τη μάγεψε!
Τόση ομορφιά σ’ αυτή την αγαπημένη παραλία, γαλάζια καθαρά νερά, η καταπράσινη πλαγιά πίσω με τα τζιτζίκια του μεσημεριού και το μάτι να φεύγει μακριά στο Αιγαίο. Και η διαδρομή ως εδώ ,μέσα στον παράδεισο της γης .Απλόχερη η φύση όταν έφτιαχνε το Πήλιο, δεν του στέρησε τίποτα απ’ όσα μπορεί να φαντασθεί ο ανθρώπινος νους .Νερά και δέντρα ,φως και αλμύρα!
Και ο Αλφόνς ; τυχαίο; δεν νομίζω ,το κλισέ του καλοκαιριού!


‘’Μια δαιμονική φλόγα καίει την ψυχή του Αλφόνς Χοχάουζερ.
Είναι μόλις δεκάξι χρονών όταν εγκαταλείπει το πατρικό του σπίτι στις Άλπεις για να περιπλανηθεί στις χώρες του Νότου.
Το 1926 φτάνει στο Πήλιο "εδώ θα ζήσω!" παίρνει την απόφαση. Για να τα καταφέρει, κάνει όλα τα επαγγέλματα της γης και της θάλασσας.
Πολύ γρήγορα το όνομά του γίνεται θρύλος σε ολόκληρη την Ευρώπη. Και πώς όχι: Γκρέτα Γκάρμπο, Ποσειδώνας του Αρτεμισίου, ναζί, ο Έρωτας στα χιόνια...
Τριάντα χρόνια μετά το απίστευτο τέλος που είχε, ένας συγγραφέας ψάχνει και ρωτάει γι' αυτόν. Μήπως είναι γιος του;
Ένα βιβλίο για το αίμα. Της φυλής, της οικογένειας, των φίλων. Μια μυθιστορηματική αφορμή για να απαντηθεί το ερώτημα: υπάρχει κάτι πιο δυνατό και ιερό από τη συγγένεια; ‘’

Αυτά λέει το οπισθόφυλλο του βιβλίου .Είναι αρκετά να μας κάνει εκείνο το κλικ να διαβάσουμε ένα βιβλίο; Μάλλον όχι!

Τα παρακάτω λόγια όμως, είναι του Αλφόνς!

‘’Περπάτησες ποτέ στην ομίχλη και να τη νοιώσεις σαν ένα καινούριο δέρμα πάνω σου; Έχεις βγει γυμνός στην καταιγίδα ;(Εδώ στο Πήλιο συμβαίνουν συχνά.)
Άφησες τον ήλιο του Αυγούστου να σου τρυπήσει το κρανίο και συ να ’σαι ξαπλωμένος σε μια ερημική ακρογιαλιά ,μέχρι που να νοιώθεις παραισθήσεις;
Ε, αυτός είμαι! Λίγο ακόμα και θα αισθανθώ σαν ο δέκατος τρίτος θεός των αρχαίων προγόνων των Ελλήνων .Λες κάποτε να γίνω; [….]’’

Στα δεκάξι του εγκαταλείπει το σπίτι και αρχίζει το όνειρο. Της Ελευθερίας!
Μόνος του, χωρίς τους καταναγκασμούς του αστικού περιβάλλοντος, χωρίς την προδιαγεγραμμένη ζωή των πολλών, χωρίς συμβατικά και ψευδεπίγραφα όνειρα , βάζει στο σακίδιο τα θέλω του και ξεκινά! Κουμαντάρει πια την πορεία του, αρχίζει την περιπλάνηση του έξω και του μέσα του κόσμου!
Γυρίζει τη Μεσόγειο και όχι μόνο και καταλήγει να μαγευτεί στο Πήλιο! Θα κάνει διάφορες δουλειές να επιβιώσει. Χοιροβοσκός, ψαράς ,ξενοδόχος! Θα γίνει πιο Έλληνας απ’ τους Έλληνες! Φύτεψε δέντρα ,έριξε πέστροφες στα ποτάμια, απελευθέρωνε ζώα ,αγάπησε όσο κανείς τον τόπο που ζούσε πια με έργα ,όχι με λόγια όπως συνήθως συμβαίνει. Αγαπήθηκε και κακολογήθηκε!
Συνεργάστηκε με τους Γερμανούς ,ήταν αρχαιοκάπηλος; Που το ψέμα και που η αλήθεια;
Ο Ακρίβος ασχολείται για τέσσερα χρόνια μαζί του για να γράψει ίσως το καλύτερο μυθιστόρημά του. Με λόγο λιτό και άμεσο ψάχνει με ρεπορτάζ και μύθο τη ζωή του Αντρέα (Αλφόνς) αλλά ταυτόχρονα και τη δικιά του ζωή!
Πόσα τολμάμε τελικά στη ζωή μας; Πόσο μείναμε στην φυλακή που έκτισαν άλλοι για μας ,κοιτάζοντας απ’ τα κάγκελα θεατές τη ζωή;
Ο Αλφόνς έζησε αυτό που ήθελε με πείσμα ,με όνειρο, με αγάπη για τη φυσική ζωή, χωρίς μύγα στο σπαθί του. Με γνώμη και πράξη ελεύθερη. Διαβάζοντας κανείς το βιβλίο δεν αντέχει σε συγκρίσεις με το νεοελληνικό σημερινό γίγνεσθαι.! Αναπόφευκτα ‘’ζηλεύει’ τη ζωή που δεν τόλμησε! Μια ματιά γύρω μας γεμίζεις θλίψη με τα ‘’κατορθώματα’’ των μαντρωμένων στον καταναλωτισμό- με όποιο τίμημα -των σημερινών υποταγμένων ανθρώπων που βάλθηκαν να υπηρετούν άκριτα ότι εξυπηρετεί τη φθηνή ζωούλα τους!
Πώς να μην αναρωτηθεί και ο συγγραφέας για τη δικιά του ζωή; Και πώς να μην ιδρώσει και ο αναγνώστης μέσα στα σημερινά αδιέξοδα που τον τύλιξαν έντεχνα οι σημερινές κάλπικες αξίες;
Αρκεί κανείς να διαβάσει το βιβλίο για να καταλάβει..
Γιατί ο Αλφόνς δεν επέλεξε μόνο τη ζωή του ,επέλεξε και το θάνατό του! Αντάξιο της ζωής του!
Ποιος θυμάται σήμερα τον Αλφόνς;


Υ.Γ Στους παρακάτω συνδέσμους μπορεί κάποιος να διαβάσει κριτικές αναφορές στο βιβλίο.

Τιτίκα Δημητρούλια ,Καθημερινή
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_2_25/07/2010_408882

Λώρη Κέζα,Βήμα
http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=56&artid=337330&dt=13/06/2010

'Ελενα Χουζούρη .Αυγή
http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=556990

Βιβλιονετ
http://www.biblionet.gr/main.asp?page=showbook&bookid=154766

Σταυρούλα Παπασπύρου, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=11/07/2010&id=181496

Υ.Γ 2 Τα βιβλία του Κώστα Ακριβου δείτε τα στον παρακάτω σύνδεσμο.
http://www.biblionet.gr/main.asp?page=showauthor&personsid=11919

Τετάρτη, Ιανουάριος 20, 2010

Επικαιρότητα

Η οραματική και βίαιη γραφή του δανείζεται από όλα τα στρώματα της ελληνικής γλώσσας. Με ένα ενδόμυχο ξέσπασμα, στα όρια της εξομολόγησης, δημιουργεί μία ανεπανάληπτη λογοτεχνική αλχημεία όπου η υπέρμετρη βαρβαρότητα συμβαδίζει με την υπερβατικότητα, όπου η παθολογία του εμφυλίου αντικατοπτρίζεται στους αρχαίους πολέμους, όπου η ανθρωποκτονία, ο εξευτελισμός, η χλεύη, ο βιασμός συμμειγνύονται με την προσευχή, και την αγριότητα της μοναξιάς. Ένα παραισθησιογενές σύμπαν που αφηγείται, σαν ένας εφιάλτης εν εγρηγόρσει, την σφοδρή εκτόξευση ενός εθνικού υποσυνείδητου προς το μηδέν. Ένα "πάθος" κατακλυσμένο από την σκιά της Ιστορίας όπου μόνο η ομορφιά και ο πόθος της γραφής σώζουν από τη φρίκη. Ο Δημητριάδης είναι ο ποιητής του ασυμφιλίωτου. (Γιάννης Κόκκος) Η ιστορία της λογοτεχνίας σηματοδοτείται, κατά καιρούς, από κάποια μοναχικά έργα, που μία τελειότητα στην έκφραση της απελπισίας ή της φρίκης τα κάνει να λάμπουν σαν μαύρα διαμάντια. Το "Πεθαίνω σαν χώρα" ανήκει σ' αυτήν την εντυπωσιακή οικογένεια. Γίνεται να βυθιστούμε πιο βαθιά απ' όσο αυτό το βιβλίο στα έγκατα του ανθρώπου; Ο φυσικός και πνευματικός θάνατος μιας ηττημένης χώρας αποτελεί εδώ την προσωποίηση ενός άλλου θανάτου πιο ριζικού, εκείνου όλων των ανθρώπινων αξιών και του ίδιου του ανθρώπου. Δεν μας δίνεται καν η παρηγοριά να ελπίζουμε σ' έναν καλύτερο μελλοντικό κόσμο, μ' αυτήν την εσαεί στείρα ανθρωπότητα όπου οι γυναίκες δεν μπορούν πλέον να τεκνοποιήσουν. [...] Αν υπάρχει ένας ήρωας σ' αυτό το φαινομενικώς δίχως κεντρικό πρόσωπο βιβλίο, αυτός είναι χωρίς αμφιβολία η γλώσσα, οι λέξεις, που εδώ εξαίρεται η ισχύς τους, εφόσον είναι ικανές "να κάψουν για πάντα τη γλώσσα". Και πιο συγκεκριμένα την ελληνική γλώσσα, της οποίας βλέπουμε να παρελαύνουν, καθώς πάνω σε πλημμυρισμένο ποτάμι, συντρίμμια αποσπασμένα από ολόκληρη την ιστορία της, από όλες τις κλίμακές της -δίχως να γνωρίζουμε εάν όντως πρόκειται, όπως το αναγγέλλει το κείμενο, για ένα ύστατο πυροτέχνημα, ή, αντιθέτως, για μία επίδειξη ανανεωμένης αφθονίας και ζωής. (Michel Volkovitch)

Όπισθόφυλλο

Πεθαίνω σαν χώρα,Δημήτρης Δημητριάδης,ΣΕΛ.48 ,Άγρα 2003

Δευτέρα, Ιανουάριος 18, 2010

Εκδήλωση για τα Πορτρέτα Φαγιούμ

Πρόσκληση

Ο Φιλολογικός,Ιστορικός,Λογοτεχνικός Σύνδεσμος(Φ.Ι.ΛΟ.Σ) Τρικάλων,τα Βιβλιοπωλεία Κηρήθρες και οι εκδόσεις ΡΟΕΣ
παρουσιαζουν το μυθιστόρημα του Τρικαλινού συγγραφέα

Γιώργου Κατσένη
Πορτρέτα Φαγιούμ

την Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2010 και ώρα 8:00 μ.μ

σε ειδική εκδήλωση που θα γίνει στο φουαγιέ του επι της οδού Ασκληπιού 34 βιβλιοπωλείου Κηρήθρες

Για το βιβλίο θα μιλήσει ο φιλόλογος και ποητής Δρ Αγαθοκλής Αζέλης, ενώ θα προλογίσει ο ποιητής και κριτικός Ηλίας Κεφάλας

Τετάρτη, Δεκέμβριος 30, 2009

Παραμονή Πρωτοχρονιάς

Βραβεία Κυριών

της Ελένης Αλεξίου*

Παραμονή του Νέου Έτους και στα Βραβεία Κυριών της χρονιάς η προσέλευση υποψηφίων και καλεσμένων ήταν όπως πάντα αθρόα. Μεγαλύτερη συμμετοχή, περισσότερη λάμψη και εντονότερο ανταγωνισμό δεν γνώριζε κανείς άλλος διαγωνισμός, ούτε αυτοί των ανθρώπων, που ανταγωνίζονταν στην ομορφιά, στη μουσική, στον κινηματογράφο...Ο λόγος δεν ήταν άλλος από το βραβείο. Η κυρία που θα κέρδιζε το διαγωνισμό, θα γινόταν η Κυρία της χρονιάς, με κάππα κεφαλαίο πια, και θα έδινε στη χρονιά όχι μόνο το όνομά της αλλά και τη χάρη της. Και μάλιστα όχι στην προηγούμενη χρονιά, αλλά στην επόμενη, τη νέα!
Το αμφιθέατρο είχε σχεδόν γεμίσει. Πρώτη είχε καταφθάσει η Βιασύνη, που πάντα βιαζόταν. Είχε κερδίσει το βραβείο τα τελευταία πέντε συναπτά χρόνια. Ήταν μάλιστα ένα από τα φαβορί! Για να εκτονώσει το άγχος, που είχε φτάσει σε αφύσικα επίπεδα ακόμη και για έναν τύπο αγχωτικό από φυσικού του, όπως ήταν η Βιασύνη, ανεβοκατέβαινε τα σκαλιά του αμφιθεάτρου μετρώντας από σκαλί σε σκαλί κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε. Όταν ακούστηκε το κουδούνι πετάχτηκε με ένα σάλτο και βούλιαξε άτσαλα στο βελούδινο κάθισμά της στην πρώτη σειρά. Άρχισε να χειροκροτά επιδεικτικά δηλώνοντας την ανυπομονησία της να αρχίσει η διαδικασία.
Στην έδρα πάνω στη σκηνή ανέβηκε η Κυρία των κυριών, η γηραιά Μνημοσύνη, που όλα τα θυμόταν. Παρά τα αμέτρητα χρόνια της – λέγανε ότι υπήρχε από την αρχή του κόσμου, ίσως και πιο μπροστά- η Μνημοσύνη διέθετε μια αρετή που καμιά άλλη κυρία δεν είχε. Μνήμη. Οι παρευρισκόμενες ξέσπασαν σε χειροκρότημα αποδίδοντας τιμή στην αδιαμφισβήτητη ηγέτιδά τους. Οι προβολείς εστίασαν στον σκαλιστό θρόνο, καθώς η Μνημοσύνη τσάκιζε το αποστεωμένο σώμα της. Τα άσπρα της λυτά μαλλιά φέγγιζαν σαν κορδέλες μετάξι στον ποδήρη χιτώνα της. Δίπλα της όρθια στάθηκε η σύμβουλός της, η Πολυπραγμοσύνη, που ήξερε πολλά κι είχε καθήκον της να ενημερώνει τη Μνημοσύνη για όλες τις τελευταίες εξελίξεις. Την πρόοδο στην τεχνολογία, τις αλλαγές στο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι, τις κλιματολογικές αλλαγές...
Με τα σοφά μάτια της η Μνημοσύνη διήλθε το μαύρο πλήθος που γέμιζε το αμφιθέατρο. Διέκρινε μόνο την Κομπορρημοσύνη, που πάντα παίνευε τον εαυτό της. Καθόταν στην πρώτη σειρά με τα άλλα φαβορί. Το ψηλό γεμάτο φούντες, τρουκς, πούλιες, φτερά και δαντέλες καπέλο της την έκανε να ξεχωρίζει. Με ύφος αυτοκρατορικό, πλάτες ευθυτενείς και σηκωμένο πηγούνι επιδιδόταν στους συνήθεις βερμπαλισμούς:
-Ζούμε στην εποχή της επίδειξης. Ο άνθρωπος ικανοποίησε τις βασικές ανάγκες, τροφή, στέγη, ενδυμασία, κι ανακάλυψε άλλη μία. Την ανάγκη για προβολή, για αναγνώριση, για επιβεβαίωση! Θεοποίησε την ύλη, κυνηγά το χρήμα, λατρεύει να ξεχωρίζει, να τον αγαπούν, να τον ζηλεύουν! Λένε ότι η ευτυχία του καθενός είναι κομμένη στα μέτρα του, αλλά ετούτοι εδώ μετριούνται όλοι με τον ίδιο πήχη. Και να τα μεγάλα σπίτια, τα γρήγορα αυτοκίνητα, οι πολυτελείς διακοπές, τα ακριβά ρούχα! Ψηλώνουν από περηφάνια όσοι τα κατέχουν κι ας χαίρονται γι’ αυτά, όχι με αυτά. Κι οι άλλοι με τα λιγότερα κονταίνουν, όχι ότι δεν τους αρκούν αλλά στη σημερινή εποχή δεν υπάρχει τίποτα πιο αναγκαίο από το περιττό. Αυτή η χρονιά είναι η χρονιά των άπληστων, των επιδειξιομανών, των δήθεν, των φελλών, των φαφλατάδων, των ξεγάνωτων τενεκέδων, είναι ολότελα δική μου!!!
Η Κομπορρημοσύνη κοίταζε με βλέμμα απλανές μπροστά της. Οι κόρες της είχαν διασταλεί σα να οραματιζόταν κάτι μεγαλειώδες.
-Ναι, επανέλαβε, είμαι σίγουρη. Αυτή είναι η χρονιά μου, και τέντωσε κι άλλο τη μύτη της προς το ταβάνι.
-Αδελφές, ψιθύρισε η Αδελφοσύνη, που όλους τους αγαπούσε, μη θορυβείτε. Μονιάστε κι ας ακούσουμε όλες τα σοφά λόγια της Μνημοσύνης.
Αργά σηκώνοντας το χέρι η Μνημοσύνη ένευσε και οι κυρίες στο αμφιθέατρο ησύχασαν.
«Λαοί χωρίς μνήμη, είναι καταδικασμένοι να πεθάνουν, λένε οι άνθρωποι. Ας θυμηθούμε, λοιπόν, κι εμείς άλλες μεγάλες κυρίες που έφυγαν από κοντά μας, γιατί οι άνθρωποι της πέταξαν στον ποταμό της λήθης, κι ας προσπαθήσουμε να αντέξουμε περισσότερο στο χρόνο από ό,τι άντεξαν εκείνες. Θυμάμαι τις Μοίρες. Κλωθώ, Λάχεσις, Ατροπός. Η μία κλώθει το νήμα της ζωής, η δεύτερη το ξετυλίγει και δίνει στον καθένα ό,τι του λαχαίνει στη ζωή. Η τρίτη το νήμα κόβει στο μόνο σίγουρο του δρόμου τέλος. Θυμάμαι και τις Μούσες, μία για κάθε τέχνη, προστάτιδες της έμπνευσης, της διαύγειας, της φαντασίας. Θυμάμαι και τις Χάριτες...»
Η Μνημοσύνη ανέφερε πάντα στους λόγους της εν είδει μνημοσύνου όλες τις θεότητες που βάδιζαν στο πλευρό του ανθρώπου και φώτιζαν τον κόσμο από τις απαρχές του. Εκείνο το βράδυ ωστόσο είχε κι άλλα να πει.
«Θυμάμαι, όμως, και την Άτη, που θολώνει το μυαλό, την Ύβρη, την αλαζονεία, τη Νέμεση, την τιμωρό. Και αυτά τα τέρατα, τις Σειρήνες τις ανθρωποφάγες, τις άγριες Αμαζόνες, την πλανεύτρα Κίρκη, την περίεργη Πανδώρα». Η Μνημοσύνη έσφιξε στη γροθιά το φουστάνι της και σαν συννεφιασμένος Όλυμπος συνέχισε με βαθιά φωνή:
«Θυμάμαι εντονότερα εμάς. Αιώνες τώρα είμαστε παρούσες σε έναν κόσμο που δεν πιστεύει πια στις Μούσες ούτε γνωρίζει τον τρόμο που ξερνούσαν κάποτε τα φίδια της Μέδουσας. Οι άνθρωποι ξέρουν μόνο εμάς. Ξέρουν κάποιες από εμάς ως ιδέες, αξίες. Κάποιες μας αποκαλούν τιμητικά «αρχές, ιδανικά». Άλλες μας χρησιμοποιούν για να χαρακτηρίσουν άλλους ανθρώπους. Κι όταν μας μαθαίνουν στα σχολειά τους μας λένε όλες «αφηρημένα ουσιαστικά». Σωφροσύνη, Ανδρειοσύνη, Νομιμοφροσύνη, Αγιοσύνη, Παραφροσύνη. Αυτό είμαστε για εκείνους. «Αφηρημένα ουσιαστικά». Δεν είναι τυχαίο λοιπόν, που αφηρημένα στην αρχή, συνειδητά στη συνέχεια αντέστρεψαν τη σημασία των ονομάτων μας, διαστρέβλωσαν τις λέξεις, αλλοίωσαν τα νοήματα, την επικοινωνία, μασκάρεψαν τον κόσμο όλο. Δικαιοσύνη έγινε η δύναμη, Αδελφοσύνη η υποτέλεια, Καλοσύνη η υποκρισία, Σωφροσύνη η επιπολαιότητα. Μπλέχτηκε το δίκαιο με το άδικο, το κακό ντύθηκε καλό, το ανάξιο βαφτίστηκε άξιο, το ποταπό σημαντικό και το σημαντικό ασήμαντο. Να γιατί ο φετινός διαγωνισμός είναι ο σημαντικότερος των τελευταίων αιώνων».
Πέτρινη σιωπή ανησυχίας βάρυνε το αμφιθέατρο.
«Κάθε χρονιά παίρνει το βραβείο μία από εμάς. Ακολουθώντας τις τάσεις της εποχής βραβεύουμε την πιο αντιπροσωπευτική από τις κυρίες και της δίνουμε το βραβείο της επόμενης χρονιάς. Έτσι τις τελευταίες χρονιές βραβεύσαμε τη Βιασύνη. Την επιλέξαμε γιατί υποσχέθηκε ταχύτητα, παραγωγικότητα, κέρδη. Κι αντί αυτών έφερε στρες, πίεση, τροχαία, λάθη, μοναξιά...Έτσι και με τις Χρονιές της Αφροσύνης. Χρονιές που θα φέρνανε πρόοδο, ευημερία, ελευθερία κι όχι το σκοτάδι που σκόρπισαν τελικά. Αδικίες, πόλεμοι, πείνα, δυστυχία, αρρώστιες, οικολογικές καταστροφές κι άλλες πληγές είναι το κληροδότημά τους. Πληγές που ταλανίζουν την ανθρωπότητα ακατάπαυστα. Δεν θυμάμαι, κυρίες μου, να ήταν ποτέ πιο λανθασμένες οι επιλογές μας.»
Έσκυψε το κεφάλι της σα να μιλούσε στο πάτωμα. Σα να απολογούταν σε έναν αόρατο δικαστή.
«Ως ιδέες αποτύχαμε. Αποτύχαμε!»
Ψίθυροι και σπόντες πετάγονταν σα βρώμικα βατράχια στο αμφιθέατρο. Κάποιες κυρίες σηκώθηκαν κι αποχώρησαν ενοχλημένες. Ανάμεσά τους οι νικήτριες των προηγούμενων χρόνων, η Αφροσύνη και η παρέα της, που δεν άντεχαν τις λοξές ματιές και τα πικρά σχόλια.
«Δεν είναι, όμως, αργά», συνέχισε στωικά η Μνημοσύνη. Δεν είναι αργά να βάλουμε αυτόν τον κόσμο σε τάξη, να τον νοικοκυρέψουμε (εδώ η νοικοκυροσύνη γούρλωσε τα μάτια της βλέποντας νοερά το βραβείο να την πλησιάζει). Δεν είναι αργά να μάθουν οι άνθρωποι να εμπιστεύονται τις αρετές τους (η Εμπιστοσύνη ανασκουμπώθηκε κι αυτή). Δεν είναι αργά να αισθανθούν περήφανοι για τα επιτεύγματα του ορθού λόγου και της ηθικής (η Κομπορρημοσύνη που τόση ώρα γινόταν φορτική μιλώντας συνέχεια για τον εαυτό της, τώρα μόνο σώπασε. Ένιωθε πως η ώρα να της απονεμηθεί το βραβείο είχε επιτέλους φτάσει). Δεν είναι αργά να συνειδητοποιήσουν οι άνθρωποι τα σφάλματά τους, τις αδυναμίες, τα πάθη τους και να τα αποδεχτούν. Αν γίνει αυτό, θα είναι το πρώτο βήμα προς την ανοικοδόμηση του κόσμου, την αναγέννηση του ανθρώπου. Η νέα χρονιά, λοιπόν, η χρονιά που ανατέλλει σε λίγες ώρες δεν μπορεί παρά να είναι η χρονιά της...(η Κομπορρημοσύνη κράτησε την αναπνοή της) της αυτοκριτικής, της παραδοχής, της μετάνοιας, της...(τα τακούνια της έτριζαν στο παρκέ σαν τη βελόνα της ραπτομηχανής)...της Ταπεινοφροσύνης!»
Χειροκροτήματα και επιφωνήματα επιδοκιμασίας αντιλάλησαν στην αίθουσα. Ήρεμα κι αργά η Ταπεινοφροσύνη, γαλήνια όπως πάντα, σηκώθηκε και υποκλίθηκε πρώτα προς τη Μνημοσύνη κι έπειτα προς το κοινό που την αποθέωνε.
-Ας είναι, γύρισε προς την Αδελφοσύνη η Κομπορρημοσύνη. Άλλωστε ήταν ολοφάνερο. Μόνο ένας ανίδεος δε θα μπορούσε να το μαντέψει. Μετά από έμενα εκείνη ήταν το φαβορί, και συνέχισε να κομπάζει για τις προγνωστικές της ικανότητες αυτή τη φορά.

Ώρες μετά κι αφού δέχτηκε σεμνά τα συγχαρητήρια, η Ταπεινοφροσύνη κλείστηκε στο γραφείο της με τη Δικαιοσύνη και την Καλοσύνη βοηθούς! Μια καινούρια χρονιά ανέτειλε και οι τρεις τους είχαν πολλή δουλειά να κάνουν!




* Η ποιητική συλλογή της Ελένης Αλεξίου, Το Φλας, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λογείον.

Σάββατο, Δεκέμβριος 12, 2009

Παρουσιάζονται οι νέες εκδόσεις του Φ.Ι.ΛΟ.Σ

Την προσεχή Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009 και ώρα 8 μ.μ., στο φουαγιέ του Βιβλιοπωλείου «ΚΗΡΗΘΡΕΣ» (Ασκληπιού 34 – Τρίκαλα), θα γίνει η παρουσίαση των νέων εκδόσεων του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Τρικάλων.
Την εκδήλωση συνδιοργανώνουν ο Φιλολογικός, Ιστορικός, Λογοτεχνικός Σύνδεσμος (Φ.Ι.Λ.Ο.Σ.) Τρικάλων, το Μορφωτικό Ίδρυμα της Ενώσεως Συντακτών Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδος και το βιβλιοπωλείο «Κηρήθρες».
Για τα βιβλία θα μιλήσουν οι: Δρ Θεόδωρος Νημάς, φιλόλογος-ιστορικός, πρόεδρος του Φ.Ι.Λ.Ο.Σ. (Το ιστορικό των εκδόσεων – Φρ. Σταίλιν, Η Αρχαία Θεσσαλία). Δρ Αγαθοκλής Αζέλης, φιλόλογος – ιστορικός (Α. Γουέις – Μ. Τόμπσον, Οι Νομάδες των Βλκανίων και Σαμ. Μπω – Μποβύ, Κουτσοβλάχικα Τραγούδια της Θεσσαλίας ). Λέλα Κατεχάκη, δημοσιογράφος [Ελένης Βλαχοπούλου – Καραμπίνα, εκκλησιαστικά χρυσοκέντητα άμφια βυζαντινού τύπου στον Ελλαδικό χώρο ( 16ος – 19ος αι.). Το Εργαστήριο της Μονής Βαρλαάμ Μετεώρων. Διδακτορική Διατριβή]. Ελένη Τζαβέλλα, δασκάλα, μέλος του Δ.Σ. του Φ.Ι.Λ.Ο.Σ. (Στ. Μερκούρη, Γεώργιος Κονδύλης, ο Κεραυνός (1879-1936). Αχιλλέας Τραγούδας, αντιπρόεδρος του Μορφωτικού Ιδρύματος της Ενώσεως Συντακτών Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδος (Το επιστημονικό περιοδικό «Τρικαλινά», τ. 28).

Πέμπτη, Δεκέμβριος 03, 2009

Πρόσκληση

Οί εκδόσεις Αλεξάνδρεια και το βιβλιοπωλείο Κηρήθρες σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου του Γιώργου Χατζηστεργίου Σου έχει μείνει καθόλου περιουσία;
που θα γίνειστην αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου στα Τρίκαλα την Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2009 και ώρα 7.00 μ.μ.
Θα μιλήσουν
Μανώλης Γλέζος
Ευθύμιος Λώλης ,Δημοσιογράφος
Αλεξία Οθωναίου Εικονογράφος
Η ηθοποιος Αντονιέλλα Χήρα θα διαβάσει αποσπάσματα του βιβλίου.
Οπισθόφυλλο
Ενώ η Ελλάδα μαστίζεται από μία πρωτοφανή κρίση και οι άνθρωποι αρχίζουν να φοβούνται στ' αλήθεια μήπως κατρακυλήσουν από τον παράδεισο της μικρομεσαίας ευημερίας στην κόλαση της φτώχειας, μια Νέα Μεγάλη Ιδέα σκάει ξαφνικά και διαδίδεται σαν τη σπίθα που βάζει φωτιά στον ξερό κάμπο: για να ξανάρθουν τα λεφτά, οι Έλληνες θα γκρεμίσουν τα σπίτια και τα μαγαζιά τους, τις εκκλησίες και τα γήπεδα, πρώτα στην Αθήνα κι έπειτα σε ολόκληρη τη χώρα, για να τα ξαναχτίσουν από την αρχή - όπως έγινε μετά τον Πόλεμο! Η Νέα Μεγάλη Ιδέα γίνεται προεκλογικό σύνθημα, εμπλέκεται σε ενδοκυβερνητικές ραδιουργίες, φτιάχνει και χαλάει καριέρες, ανοίγει και κλείνει πόρτες σε ξένους επιχειρηματικούς ομίλους. Στη δίνη της στροβιλίζονται πολλές μικρότερες ιδέες, όνειρα και επιδιώξεις: ο πρωθυπουργός θέλει να μείνει στην Ιστορία, η Υπουργός Καθαριότητας να γίνει πάμπλουτη, ο πρωθυπουργικός σύμβουλος να δοξαστεί - ενώ η κοπέλα του πολύ θα ήθελε να γνωρίσει έναν άλλον, έναν πραγματικό άντρα... Στην κορύφωση των εξελίξεων, ο πρωθυπουργός απευθύνεται σε μια λαοθάλασσα στην Πλατεία Συντάγματος και αναγγέλλει το βομβαρδισμό της Αθήνας από την Πολεμική Αεροπορία ενόψει της Νέας Ανοικοδόμησης. Έτσι ανοίγει διάπλατα ο δρόμος προς ένα μέλλον όπου η πραγματικότητα μπλέκει επικίνδυνα με τη φαντασία και απ' όπου θα προκύψει μια Ελλάδα τόσο καινούρια, που μόνο τα σύνορα θα θυμίζουν την παλιά.

Τετάρτη, Νοέμβριος 18, 2009

Πέμπτη νύχτα















Πόσα ποτάμια τρέχουν μες στα μάτια σου;
Πόσες θάλασσες σου ζωγράφισα ν’ απλωθείς; Είμαι πιρόγα. Μπροστά μου απλώνονται πρόθυμα τσιμέντα.
Η πόλη απλώνει χέρια, με σφίγγει. Η πόλη είναι η Βαβυλώνα.
Είπα το κορμί σου Βαβυλώνα.
Βέβηλος εγώ. Η Βαβυλώνα είναι η σελήνη.
Ντύθηκα ουρανός να ταξιδεύεις. Είπες «Εγώ περπατώ στη γη», και σου απάντησα, σε κάθε σταυροδρόμι να κοιτάς χαμηλά, γιατί ο ουρανός καθρεφτίζεται άθελά του στη γη.

Γιάννης Καλπούζος,Το παραμιλητό των σκοτεινών Θεών.Ίκαρος 2006

Τρίτη, Νοέμβριος 17, 2009

Νύχτα















Κι άξαφνα ανακαλύπτεις σ'ενα άγαλμα όλη τη λησμονιά
η σ' ένα λόγο αστόχαστο την πιο αληθινή μαρτυρία.


Τάσος Λειβαδίτης, Βιολέτες για μια εποχή, Κέδρος 1985

Πέμπτη, Νοέμβριος 12, 2009

Με μεγάλη επιτυχία παρουσιάστηκε το βιβλίο της Στεφανίας Γρηγορίου «Μάθε με να σ’ αγαπώ»



Μεγάλος αριθμός Τρικαλινών βρέθηκε απόψε στις «Κηρήθρες» για την παρουσίαση του βιβλίου της συγγραφέως κας Στεφανίας Γρηγορίου με τίτλο «Μάθε με να σ’ αγαπώ».
Επιθυμίες και όνειρα που έρχεται η ώρα να εκπληρωθούν, με οποιοδήποτε κόστος.
Μυστικά που αποκαλύπτονται, φέρνοντας τους ήρωες κατά πρόσωπο με την αλήθεια.
Μια αλήθεια τόσο δυσβάσταχτη και τόσο τραγική, που η ομολογία της, όμως, φέρνει τη λύτρωση. Ήρωες με πάθη και ιδιαιτερότητες, που βρίσκουν διέξοδο.

Ή μήπως βρίσκονται στην αρχή μιας νέας εμμονής; Πιστεύουν στον εαυτό τους, αλλά κάπου εκεί παραμονεύει η μοναξιά.
Τα πρόσωπα του βιβλίου έχουν ρόλους καθημερινούς: η μάνα, ο γιος και η κοπέλα του.
Καλούνται να παίξουν στο παιχνίδι της ζωής με τα μέσα που διαθέτει ο καθένας, να σηκώσουν το βάρος των ευθυνών που συνεπάγονται οι αποφάσεις τους.
Συμπορεύονται και ανακαλύπτουν την αξία που έχει ένα άγγιγμα, ένα χαμόγελο, ένας καλός λόγος. Προσπαθούν ν’ αγαπήσουν και ν’ αγαπηθούν.
Έρωτας, θάνατος, μοναξιά και νοσταλγία συνθέτουν το σκηνικό.
Όμως η ελπίδα διαγράφεται στον ορίζοντα. Ακόμη και όταν τα λόγια στερεύουν, τα όνειρα δε σταματούν.
Η συγγραφέας μίλησε στο trikalacity.gr για το βιβλίο αναφέροντας: «Το βιβλίο απευθύνεται σε νέους ανθρώπους με αδιέξοδα, μποτιλιάρισμα συναισθηματικό, ανισόπεδες σχέσεις.
Ήρωες με ένα μικρό όνειρο ο καθένας και αυτό το μικρό όνειρο εγώ πιστεύω μέσα από το βιβλίο ότι αξίζει τον κόπο να το ζεις και να το παλεύεις μέχρι το τέλος.
Εμπνεύστηκα από τις εμπειρίες μου ιδιαίτερα από τις σπουδές μου στο Αριστοτέλειο και από την εποχή που δούλεψα σε ψυχιατρεία όπως στην Σταυρούπολη και στην Λέρο.
Όλος ο ανθρώπινος πόνος που έχω βιώσει εκεί με ιντρίγκαρε να γράψω».
Για το βιβλίο μίλησαν εκτός από την συγγραφέα η κα Άννη Χρόνη, επίκουρη καθηγήτρια στο ΤΕΦΑΑ Θεσσαλίας και ο εκδότης δρ. Ιωάννης Πλεξίδας.

Χάρης Μαντέλλος
Πηγή http://www.trikalacity.gr/









Τετάρτη, Νοέμβριος 11, 2009

Μάρκος Μέσκος

Ευτυχώς υπάρχει και η Ποίηση στη ζωή'

κάτι που εύκολα δεν ομολογείται από τον καθένα μας,κάτι σα
βαθιά κρυμμένο και ντροπαλό και ανέκφραστο σημείο,κάποιο
αποκούμπι,πιθανόν ένας προσωπικός ηθικός απολογισμός.

Χωρίς υπερβολές και ανεπίκαιρες εκτιμήσεις
ευτυχώς υπάρχει η ποίηση στη ζωη (όταν δεν εξορίζεται).
Έστω, λιγότερο ευφροσύνη και χαρούμενη.
Για να βοηθάει υπενθιμίζοντας, τα μύρια όσα, στον άνθρωπο.

Τί λοιπόν είναι η ποίηση;

Τίποτε δεν ορίζεται σα ροπή και σαν αποτέλεσμα
μπορεί να 'ναι ένα συγκεκριμένο ανθρώπινο γεγονός,
μπορεί να 'ναι η κυριολεξία των πραγμάτων,
μπορεί να ΄ναι τα λόγια της μητέρας που δεν πρόλαβε να πει προτού πεθάνει,

μπορεί να 'ναι ο απελπισμένος Έρωτας της Ουτοπίας,
- όλα κατά προσέγγισιν.

Μια απλούστερη κοινή διαπίστωση λεέι ότι μεταφέρει αιτήματα και οράματα
στον ανθρώπινο βίο (για την Ελευθερία και τη σιωπή του).

Μάρκος Μέσκος από το βιβλίο του στον ενικό και Πληθυντικό ψίθυρο,εκδόσεις Νεφέλη 2009

Σχόλια και αυτοσχόλια για την ποιητική τέχνη και τον ανθρώπινο προσδιορισμό. Ονομάστηκαν "Στάσιμα" (παλιότερα), κάπου στο σκοτεινό "Φαράγγι", "Εαρινό Φθινόπωρο" άλλοτε, "Καταφυγή" και απαξιωτικός "Ψίθυρος" τελικά - στο κέντρο η Ποίηση, η αναγκαιότητα και τα σοβαρά της παιχνίδια ένδον. Φυσικά όλα υπόκεινται, τίποτε δεν ησυχάζει τελεσίδικα· μήτε τα πάθη, μήτε η ακύρωσή τους στις αφετηρίες των γραφών και στις προσωπικές κινητοποιήσεις του αναγνώστη. Ας φανταστούμε τον Κόσμο έτσι.


Πέμπτη, Νοέμβριος 05, 2009

Μάθε με να σ'αγαπώ

Παρουσίαση βιβλίου

Το βιβλιοπωλείο Κηρήθρες και οι εκδόσεις λογείον
σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου της
Στεφανίας Γρηγορίου, Μάθε με να σ' αγαπώ.

Η παρουσίαση θα γίνειστις 11 Νοεμβρίου, ημέρα Τετάρτη και ώρα 9.00 μ.μ. στην αίθουσα του βιβλιοπωλείου, Ασκληπιού 34.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι Άννη Χρόνη, Επίκουρη Καθηγήτρια στο Τ.Ε.Φ.Α.Α Θεσσαλίας, ο εκδότης, δρ Ιωάννης Πλεξίδας και η συγγραφέας, που θα κλείσει την παρουσίαση και θα απαντήσει σε ερωτήσεις.















Σάββατο, Οκτώβριος 31, 2009

Αναζητώντας το χαμένο ποιήμα

Παρουσιάστηκε το νέο βιβλίο του Ηλία Κεφάλα

Τα νέο του βιβλίο με τίτλο «Το χαμένο ποίημα/κείμενα για την ποίηση», στο οποίο περιέχονται κείμενα από την μακρά θητεία του στον χώρο της κριτικής, παρουσίασε χθες το βράδυ στο βιβλιοπωλείο Κηρήθρες ο κ. Ηλίας Κεφάλας.

Το βιβλίο πραγματεύεται ποικίλα θέματα για την ιδιοσυστασία της ποίησης, την λειτουργία του ποιητικού λόγου, τον ρόλο του αναγνώστη και του δημιουργού, τις εξελίξεις στην θεωρία της ποίησης και τους δρόμους που άνοιξαν πρόσφατα οι νέοι ποιητές.
Στις 300 σελίδες του βιβλίου αναπλάθονται με δεξιοτεχνία οι διάφορες αφορμές της ποιητικής τέχνης, οι συνισταμένες του δημιουργού και του αναγνώστη, ενώ προβάλλονται θέματα και περιπτώσεις δημιουργών, που με την τέχνη τους δημιούργησαν ευδιάκριτες εγκοπές στον λογοτεχνικό καμβά της εποχής μας.

Ο κ. Ηλίας Κεφάλας με δόκιμη διαδρομή στην ποίηση, την πεζογραφία, το δοκίμιο και την κριτική βιβλίου, εκμεταλλεύεται την εμπειρία του στους δημιουργικούς αυτούς χώρους και προσφέρει μια μαγική περιπλάνηση στα φαντασιακά και πραγματολογικά πεδία της ποίησης, εκεί όπου διασταυρώνεται ο δημιουργός με τον αναγνώστη και ο χρόνος με την ιστορία.
Την εκδήλωση προλόγισε ο εκ Κοζάνης συγγραφέας και εκδότης του περιοδικού Παρέμβαση κ. Βασίλης Καραγιάννης και την παρουσίαση έκανε διεξοδικά ο εκ Κατερίνης Φιλόλογος και Ποιητής κ. Αντώνης Κάλφας.

Χάρης Μαντέλλος

Παρασκευή, Οκτώβριος 23, 2009

Γυναίκες του εμφυλίου..

Οπισθόφυλλο

Κοριτσάκι τόσο δα ήταν όταν την άρπαξαν από την αγκαλιά μου. Ένα μπουμπούκι το κορμάκι της που δεν αξιώθηκα να το δω ν' ανθίζει. Δεν το χάρηκα. Δεν το χόρτασα. Μόνο τ' αγκάθια. Τ' αγκάθια μόνο χόρτασα. Τα βράδια, όταν οι σκιές της αβάσταχτης απουσίας απλώνονταν και μ' έπνιγαν, στα γόνατα έπεφτα, προσευχόμουν μόνο κι έλπιζα: "Κι αν σου ζητάω πολλά Παναγία μου, μάνα είσαι κι Εσύ και με νιώθεις. Σαν την αγάπη της μάνας, το ξέρεις, Θεέ μου, όμοια δεν υπάρχει σ' αυτό τον κόσμο που 'φτιαξες...".
Γυναίκες του εμφυλίου...
Στάχυα που τα άλεθαν αλύπητα οι μυλόπετρες της Ιστορίας. Πατρίδα, κόμμα, προδοσίες, επαναστάσεις, αντάρτικα, σφαγές και τέλος, το παιδομάζωμα. Η πιο απάνθρωπη, η πιο σκοτεινή σελίδα του αδελφοκτόνου σπαραγμού.
Γυναίκες του εμφυλίου…
Κεριά αναμμένα. Σαν την Αγγέλα, τη Μέλπω και την Αριάδνη. Ρωτούσαν, έτρεχαν, πόρτες χτυπούσαν μέρα και νύχτα, με μια μονάχα ελπίδα. Πως ίσως ξανανταμώσουν μια μέρα τα βλαστάρια τους.
Κάποιες τα κατάφεραν.
Κάποιες άλλες όχι.
Γυναίκες του εμφυλίου...
Μάνες της άδειας αγκαλιάς.
Αυτή είναι η ιστορία τους...
Μόλις κυκλοφόρησε και αξίζει να το προσέξουμε!

Κυριακή, Οκτώβριος 18, 2009

Η αφίσα του Χαμένου Ποιήματος

Το Χαμένο Ποίημα /Κείμενα για την Ποίηση, του Ηλία Κεφάλα, παρουσιάζεται την μεθεπόμενη Παρασκευή 30 Οκτωβρίου στις 9 το βράδυ στην αίθουσα του Βιβλιοπωλείου Κηρήθρες.
Η εκδήλωση γίνεται σε συνεργασία με τις εκδόσεις Λογείον.
Θα μιλήσουν για το βιβλίο, ο Αντώνης Κάλφας, ποιητής-φιλόλογος, ο Βασίλης Καραγιάννης, συγγραφέας-εκδότης του περιοδικού Παρέμβαση και ο συγγραφέας Ηλίας Κεφάλας, που θα κλείσει την εκδήλωση και θα απαντήσει σε ερωτήσεις.

Τρίτη, Οκτώβριος 13, 2009

Για καλύτερη υγεία...στη σκέψη.

Οπισθόφυλλο

Σε όλους αρέσει η σάτιρα-εκτός από τους σατιριζόμενους. Στην Ελλάδα, κάθε σατιρικός συγγραφέας κινδυνεύει από υπερκόπωση αφού ακόμα και τιτάνιες προσπάθειες, είναι αδύνατον να περιγράψουν το καθημερινό γίγνεσθαι μιας χώρας που αποτελεί απέραντη θεατρική σκηνή, όπου εκατομμύρια άνθρωποι επιδίδονται στη συμμετοχική δημιουργία ενός έργου που θα μπορούσε να ονομάζεται Ελληνοφρένεια. Από τον πολυπράγμονα Αρχιεπίσκοπο σόουμαν, μέχρι τους τουρκοφάγους και νεομακεδονομάχους απόστρατους των καναλιών και από τους ακατάπαυστα χρηματίζοντες και χρηματιζόμενους πολίτες μέχρι τις διελεύσεις θηριωδών 4X4 από τα σοκάκια του Κολωνακίου, η Ελλάδα αναζητεί μια ταυτότητα - με ή χωρίς το θρήσκευμα - που δεν μπορεί ακόμα να ανακαλύψει, θεωρούμε καθυστερημένη τη χώρα μας, ως προς τη "Δύση" και την "Ευρώπη", σιχτιρίζουμε τη βασανιστική καθημερινότητα της υπανάπτυξης, αλλά καθεύδουμε στην αγκαλιά της λαγγεμένης ανατολής, με το ρουσφέτι, το μπαξίσι και τη λούφα σε ημερήσια διάταξη. Ομνύουμε στο όνομα της ελευθερίας μέχρι ασυδοσίας, αλλά δηλώνουμε πίστη και εμπιστοσύνη στους πλέον ανελεύθερους θεσμούς, την Εκκλησία και το Στρατό. Απαξιώνουμε την πολιτική και την τηλεόραση επιλέγοντας, με την ψήφο και το ζάπινγκ, τις χειρότερες εκδοχές τους. Κι όταν κάτι πάει στραβά, αναζητούμε τους συνωμότες και τις συνωμοσίες που δήθεν εξυφαίνονται σε βάρος μας. Το "Νεοελληνικό σατιρικό λεξικό" περιέχει 1.125 λήμματα. Ελπίζω να σας ψυχαγωγήσουν αλλά και να σας προκαλέσουν...

Μιχάλης Πιτσιλίδης, Σατιρικό Νεοελληνικό Λεξικό.Εκδόσεις Αρχιπέλαγος 2007

Κυριακή, Οκτώβριος 11, 2009

Πρόσκληση


Τα βιβλιοπωλεία Κηρήθρες και οι εκδόσεις λογείον σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου του Ηλία Κεφάλα, Το χαμένο ποίημα,Κείμενα για την ποίηση.
Η παρουσίαση θα γίνει στις 30 Οκτωβρίου, ημέρα Παρασκευή και ώρα 9.00 μ.μ. στην αίθουσα του βιβλιοπωλείου.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι: Αντώνης Κάλφας, ποιητής-φιλόλογος, ο Βασίλης Καραγιάννης, εκδότης του περιοδικού Παρέμβαση και ο συγγραφέας.
Κηρήθρες
Ασκληπιού 34.Τρίκαλα
Τηλ.2431038660

Σάββατο, Οκτώβριος 10, 2009

Κατακτώντας την ευτυχία

Οπισθόφυλλο

Κανείς δεν είναι τέλειος. Παρόλα αυτά πολλοί άνθρωποι θέτουν -τόσο για τον εαυτό τους όσο και για τους άλλους- πολύ υψηλά στάνταρντ. Το αποτέλεσμα είναι ενοχή, κατάθλιψη και απογοήτευση. Σε αυτό το εμπνευσμένο μπεστ σέλερ, ο Harold Kushner μας διδάσκει πώς μπορούμε να μάθουμε να αποδεχόμαστε τον εαυτό μας και τους άλλους, ακόμη και όταν αυτοί δεν είναι τέλειοι. Αντλώντας από την Παλαιά Διαθήκη, τη σύγχρονη λογοτεχνία, την ψυχολογία, τη θεολογία και την τριακονταετή εμπειρία του ως ραββίνου, ο Kushner μας δείχνει πώς η αποδοχή και η συγχώρεση μπορούν να αλλάξουν τις σχέσεις μας με τους πιο σημαντικούς ανθρώπους στη ζωή μας και μας βοηθάει να αντιμετωπίσουμε την πρόκληση του να είμαστε άνθρωποι.
Ακόμα ένα πολύ αξιόλογο βιβλίο απο τις εκδόσεις λογείον

Πέμπτη, Οκτώβριος 08, 2009

Νόμπελ Λογοτεχνίας 2009

Στη Γερμανίδα Χέρτα Μίλερ απονέμεται το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το 2009, ανακοίνωσε η Σουηδική Ακαδημία, η οποία αιτιολογώντας την απόφασή της αναφέρει ότι η συγγραφέας, "με την πυκνότητα της ποίησης της και την ειλικρίνεια της πρόζας της, σκιαγραφεί το σύμπαν των στερημένων".

Η Χέρτα Μίλερ είναι μυθιστοριογράφος, ποιήτρια και δοκιμιογράφος και στο έργο της περιγράφει τις συνθήκες ζωής κάτω από το καθεστώς του ΝικολάεΤσαουσέσκου.


"Είμαι έκπληκτη και δεν μπορώ ακόμα να το πιστέψω. Δεν μπορώ να πω τίποτε άλλο προς το παρόν", δήλωσε η Μίλερ σε ανακοίνωση Τύπου που έγινε γνωστή μέσω του εκδοτικού της οίκου Καρλ Χάνσερ, με έδρα το Μόναχο.


Γεννήθηκε στις 17 Αυγούστου του 1953 στο γερμανόφωνο χωριό Νίτσκιντορφ της Ρουμανίας, κοντά στην Τιμισοάρα και το 1987 μετανάστευσε στη Δυτική Γερμανία με τον σύζυγό της, συγγραφέα Ρίχαρντ Βάγκνερ, καθώς στη Ρουμανία δεν της επέτρεπαν να εκδώσει τα έργα της, στα οποία επέκρινε ανοικτά το ολοκληρωτικό καθεστώς, όπως διευκρινίζει η Σουηδική Ακαδημία.

Η Μίλερ έζησε από κοντά τη διαβόητη μυστική αστυνομία του Τσαουσέσκου Securitate όταν στα τέλη της δεκαετίας του '70 εργάσθηκε ως μεταφράστρια σε ένα εργοστάσιο και αρνήθηκε να γίνει πληροφοριοδότης.

Το πρώτο της μυθιστόρημα ήταν "Η Συνάντηση" το 1997, ενώ είχε προηγηθεί μία συλλογή διηγημάτων το 1982, με την οποία πρωτοεμφανίστηκε. Άλλα της μυθιστορήματα είναι "Η αλεπού ήταν κιόλας ο κυνηγός", "Το Ζώο της Καρδιάς", ενώ στα ελληνικά κυκλοφορεί το "Μετέωροι Ταξιδιώτες".

Το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας συνοδεύεται από χρηματικό έπαθλο 10 εκατομμυρίων σουηδικών κορωνών (980.000 ευρώ).



Δήλωση Γκύντερ Γκρας

Ο γερμανός συγγραφέας Γκίντερ Γκρας, που έχει και ο ίδιος κερδίσει Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1999, δήλωσε "εντυπωσιασμένος και πολύ χαρούμενος, γιατί πρόκειται για μία πολύ καλή συγγραφέα"."Παραδέχομαι ότι προτιμούσα τον Αμος Οζ, αλλά πρέπει να υπογραμμίσω ότι η Επιτροπή Νόμπελ πήρε μια πού σωστή απόφαση", πρόσθεσε ο Γκρας.


Παρασκευή, Οκτώβριος 02, 2009

Ονειροκρίτης

Είδα ένα όνειρο απόψε
Ήμασταν γυμνοί στην έρημο
Χωρίς ιδιότητες
Μιλούσαμε με τα μάτια
Με τη σιωπή δείχναμε το απέραντο
'Ηταν όλα τόσο ανάλαφρα
Άδεια από αριθμούς και συνθήματα
Και ενοχλητικούς ήχους
Μετά από εκείνη την τυχαία συνάντηση στο Πεκίνο
Ήταν ένα λυτρωτικό όνειρο
Με ξύπνησε το απορριμματοφόρο που μάζευε νύχτα,
Τα σκουπίδια του σούπερ μάρκετ.


Στο πρόχειρο

Τετάρτη, Σεπτέμβριος 30, 2009

Η ροδιά

Μιλούσα το πρωί με τη ροδιά στον κήπο,της έλεγα πόσο όμορφη είναι τέλη Σεπτέμβρη,τα ρόδα της φουσκωμένα να ξεχειλίζουν,τα φύλλα της ακόμα πράσινα λες και είναι της άνοιξης και άλλα τέτοια.
Πάνω στην κουβέντα μιλήσαμε για τη νιότη, τον έρωτα,την αμφισβήτηση,την επανάσταση!Εγώ δηλαδή της έλεγα για τα παθήματα των ημερών.
Ούτε που την ένοιαζε!!!
Εγώ πατάω χώμα και βλέπω ουρανό, οι φίλοι μου είναι εκλεκτοί,ο ήλιος,το νερό,ο αέρας,τα τερτίπια των ανθρώπων με απογοητεύουν, είπε στο τέλος...
Άντε να της εξηγήσω!Της έριξα μια τρυφερή ματιά κι έφυγα...

Κώστας Κοτρώνης

Δευτέρα, Σεπτέμβριος 28, 2009

Τετάρτη

Άνοιγε τον αέρα του κήπου
κι έβλεπες τα μαλλιά της να φεύγουν αριστερά.
Ύστερα μετατοπιζότανε πάνω στο τέμπλο,
λυπημένη,
κρατώντας στην αγκαλιά της πολλές μικρές
άσπρες φλόγες.

Ήταν μια εποχή γεμάτη επαναστάσεις,
ξεσηκωμούς, αίματα.
Θα ‘λεγες ότι μόνη αυτή συντηρούσε
τη διάρκεια των πραγμάτων από μακριά.

Όμως από κοντά ήταν απλώς μια ωραία γυναίκα
που μύριζε κήπο.


Οδυσσέας Ελύτης
«Το ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου»


Σάββατο, Σεπτέμβριος 26, 2009

Κοινωνικοί χώροι αναφοράς

ΝΤΑΜΠΑΛΗΣ – ΠΑΙΔΗΣ – ΚΩΣΤΙΚΑΣ

του Κώστα Μπαρούτα

Οι κοινωνίες, μικρές ή μεγάλες, έχουν τα σημεία αναφοράς τους, τους χώρους, δηλαδή, κοινωνικών συναντήσεων, συναθροίσεων, διαλόγου και, πιθανόν, διασκέδασης. Το ίδιο, φυσικά, συμβαίνει και με τα άτομα που γνώρισαν και συχνάζουν σε τέτοιους νευραλγικούς και σημαδιακούς τόπους είτε λόγω ιδιοσυγκρασίας, που είναι αποφασιστική για τις ανθρώπινες επιλογές, είτε λόγω τύχης και συναφών συμπτώσεων.
Η προσωπική μου «κοινωνικοποίηση» σε αστικό κέντρο εγκαινιάστηκε σ’ ένα παράξενο μαγαζί, παντοπωλείο κυρίως και δευτερευόντως ψιλικατζίδικο, με πόλο έλξης για τους μαθητές του 2ου Δημοτικού Σχολείου Τρικάλων, τις καραμέλες, όταν απουσίαζε ο πλανόδιος μουστακαλής Μικρασιάτης με τα περίφημα «σάμαλι με το μέλι» και το μαλιμπί, γλυκά εύγευστα και θρεπτικά που όμως δεν είχαν τη δυνατότητα να τα γεύονται όλα τα παιδιά τα πικρά χρόνια του Εμφυλίου και αρχές της δεκαετίας του πενήντα. Έπαιζε ακόμα και κάποιον ρόλο καφενείου με τα τρία στρογγυλά μεταλλικά πράσινα τραπέζια μέσα κι ένα έξω και λίγες ψάθινες καρέκλες, όπου σερβίρονταν καφές ή τσίπουρο με τακτικότερο πελάτη για το τελευταίο τον μονίμως μεθυσμένο γύφτο Λαβίδα!
Η εμφάνισή του δεν είχε τίποτα το ελκυστικό, το αντίθετο μάλιστα. Το εσωτερικό του έδινε την αίσθηση εγκατάλειψης και ίσως να μην βάφτηκε ποτέ, αφότου το παρέλαβε ο μπαρμπα- Νίκος, συμπαθέστατη ευγενική φυσιογνωμία, με δόση αρχοντιάς, οφειλόμενης κατά πάσαν πιθανότητα στις συνθήκες διαβίωσής του στην Αμερική προπολεμικά. Λέγανε ότι επέστρεψε με πολλά λεφτά κι αυτό ίσως εξηγούσε την αδιαφορία του για το παντοπωλείο, την πλημμελή οργάνωσή του και την γύμνια των τοίχων από στοιχειώδη διάκοσμο με εξαίρεση μια παμπάλαια, αναρτημένη σε περίοτπη θέση, κορνίζα με την πασίγνωστη κατηγορηματική ρήση «βερεσέ σήμερον δεν έχει», αδύνατον ασφαλώς να τηρηθεί εκείνους τους χαλεπούς καιρούς, γι’ αυτό και δεφτέρια είχε με τα βερεσέδια απένταρων πελατών που έρχονταν από τα φτωχόσπιτα της γειτονιάς και τα παραπήγματα των ορεσίβιων προσφύγων, τους οποίους τα πυρπολημένα από τους Γερμανούς σπίτια και στη συνέχεια ο Εμφύλιος δεν επέτρεπαν την επιστροφή στα χωριά τους. Κάποιοι, στην ανάγκη, αντάλλασσαν φρέσκα αβγά με είδη που, όπως πίστευαν, τα χρειάζονταν περισσότερο, κυρίως ρύζι, όσπρια και μακαρόνια.
Ο μπάρμπα-Νίκος, εντούτοις, ήταν περιζήτητος για έναν άλλο λόγο. Ήξερα αγγλικά και σ’ αυτόν προσέτρεχαν όλοι να τους μεταφράσει τα γράμματα που έστελναν οι οικογένειες αμερικανών φιλανθρώπων μαζί με τα δέματα ρουχισμού. Είχαν προσδοκίες είτε για δολλάρια, είτε για πρόσκληση στην Αμερική κάποιου από τα παιδιά τους, αλλά δεν γνωρίζω περίπτωση τέτοιας γενναιοδωρίας και το περιεχόμενο των πλείστων εξ Αμερικής επιστολών περιοριζόταν στην έκφραση συμπάθειας και πολλών ευχών!
Παρά τα αρνητικά του μαγαζιού ως παντοπωλείου, του οφείλω προσωπικά μεγάλη ευγνωμοσύνη, γιατί εκεί ο πνευματικός μου ορίζοντας έλαβε… διεθνείς διαστάσεις (!) και εξηγούμαι: Έβρισκα δωρεάν και διάβαζα τον τοπικό τύπο όταν πήγα στο Γυμνάσιο, και επειδή αυτό, λόγω μαθημάτων, δεν ήταν δυνατόν να γίνεται το πρωί, ερχόμουν τα απογεύματα, ακόμα και όταν δεν είχα να ψωνίσω κάτι κι ο μπαρμπα-Νίκος ποτέ δεν μ’ έδιωξε. Έτσι το μαγαζί έγινε το αναγνωστήριό μου, όπου ενημερωνόμουν τακτικά για τα γεγονότα στην Κύπρο και την εξέλιξη του πολέμου στην Ινδοκίνα αγωνιώντας για το αποτέλεσμα των ηρωϊκών προσπαθειών των Γάλλων, υπό την ηγεσία του στρατηγού Ντε Καστρί, να κρατήσουν το Ντιέν Μπιεν Φού!
Η ειδησεογραφία των εφημερίδων και άλλα θέματα της ηλικίας προκαλούσαν συχνά καβγάδες και γρονθοκοπήματα μεταξύ των πιο ζωηρών μαθητών και μετά δυσκολίας κατόρθωναν ο μπάρμπα-Νίκος κι ο γιος του Κίτσιος να εκδιώξουν τους ταραξίες. Τότε η μεγάλη συνοικία του Αγίου Κωνσταντίνου είχε πολλά παιδιά, προερχόμενα κυρίως από τις πολύτεκνες οικογένειες των ορεινών χωριών.
Πολλές παρέες μαθητών έδιναν ραντεβού στου Νταμπαλή. Από τους συμμαθητές μου στο δημοτικό και το γυμνάσιο θυμάμαι τους Γρηγόρη Ζαρογιάννη, φιλόλογο, Κώστα Μπαλάνη, φυσικό, καθηγητή πανεπιστημίου στις Η.Π.Α., τον μακαρίτη γιατρό Γιώργο Ντουράκη, τον Στέφανο (Φανάκο) Παπαϊωάννου, και τον Χρήστο Λιάκο, ενώ από τους μεγαλύτερους τον Φώτη Bασταρούχα και τον Ράλλη Κοψίδη, πρώτο ξάδελφο του ομώνυμου ζωγράφου και αγιογράφου, ο οποίος με πληροφόρησε ότι ο Τρικαλινός ξάδερφός του διδάσκει στο Πολυτεχνείο της Βιέννης!
Θέματα των αντιπαραθέσεων δεν ήταν μόνο τα αθλητικά και τα κορίτσια, αλλά ενίοτε και φιλοσοφικο-θρησκευτικά, όπως, λόγου χάριν, η απώτερη αρχή του σύμπαντος (!) και τότε, αν δεν γελιέμαι, πρωτάκουσα το συγκλονιστικό και αφοπλιστικό ερώτημα «Και ποιος δημιούργησε το Θεό;». Τα ερεθίσματα για τα πολιτικά θέματα τα προκαλούσαν, εκτός από τον τοπικό τύπο, και οι παρακείμενες φυλακές, τριάντα περίπου μέτρα απέναντι από το μαγαζί, γεμάτες τότε από πολιτικούς κρατούμενους, οι οποίοι πότε πότε διαδήλωναν από τα σιδερόφρακτα παράθυρα κατά της κράτησής τους και τότε πρωτάκουσα ανθρώπους να κραυγάζουν όλοι μαζί το σύνθημα «Ελευθερία» (αργότερα, σε μια μαθητική διαδήλωση στην κεντρική πλατεία, φωνάξαμε κι εμείς το «Λευτεριά στην Κύπρο»). Αργότερα κατάλαβα ότι οι μαθητές που δεν σχολίαζαν τους πολιτικούς κρατούμενους, όπως π.χ. ο Ράλλης Κοψίδης, ανήκαν σε οικογένειες αριστερών. Έτσι, το μαγαζί του Νταμπαλή, λόγω της γειτνίασής του με τις φυλακές, συνέβαλε στην πολιτική και κοινωνική παιδεία μας και τους σχετικούς προβληματισμούς.
Το μαγαζί αυτό δεν υπάρχει πια. Έσβησε από το χάρτη των Τρικάλων. Όλο το κτηριακό συγκρότημα Τραγανίτη, στο οποίο ανήκε, απαλλοτριώθηκε και κατεδαφίστηκε για τις ανάγκες του μεγάλου κυκλοφοριακού κόμβου. Μόνον η μνήμη των επιζώντων θαμώνων μπορεί να αναπλάσει εικόνες του συναρπαστικού παρελθόντος αυτού του χώρου. Και είναι αλησμόνητες, ακόμα και σε όσους προσπάθησαν να υπερβούν την κατάσταση των βιωμάτων, για να καβαλήσουν το καλάμι της θεωρίας, γιατί πολλές απ’ αυτές ήταν τραυματικές και άγριες για την παιδική μας ψυχή. Άλλωστε, ο Νταμπαλής, εκτός από τις φυλακές, «έδενε» και με τον ευρύτερο χώρο που είχε μνημεία ιστορικής σημασίας, με τα οποία επίσης είχαμε καθημερινή οπτική επαφή. Και αν οι φυλακές μάς προσγείωναν στα πρόσφατα δραματικά γεγονότα, το περίφημο Κουρσούμ Τζαμί και ο ναός του Αγίου Κωνσταντίνου προκαλούσαν αυτονόητους ιστορικούς συνειρμούς, συγκρίσεις, συναισθήματα και ερωτήματα, στα οποία προσπαθούσαμε να δώσουμε απαντήσεις όχι μόνο μέσα από τα βιβλία, αλλά και συζητώντας τα στου Νταμπαλή!
Αν ο Νταμπαλής ισοπεδώθηκε, ο Παιδής διέσωσε το «αρχαίο» του ύφος μέχρι το τέλος του πριν λίγα χρόνια. Το κτήριο μεν παραμένει στη θέση του, αλλά μεταμορφωμένο, μια που η οικογένεια εγκατέλειψε την επιχείρηση και τώρα λειτουργεί μια ακόμα καφετέρια – μπαρ, παρόμοια με τις δεκάδες που κατέκλυσαν την πόλη.
Αυτό το μαγαζί ήταν παραδοσιακό μαγειρείο. Τη συνέπειά του στο παρελθόν μαρτυρούσαν και τα ορθογώνια μαρμάρινα τραπέζια με τις ψάθινες καρέκλες. Ο διάκοσμος στους τοίχους πενιχρός, αποτελούμενος κυρίως από το ετήσιο ημερολόγιο του ορεινού χωριού καταγωγής της οικογένειας. Σχεδόν στη γωνία τού σε σχήμα γάμμα μαγαζιού βρισκόταν η περίφημη κουζίνα με τα καλομαγειρευμένα από τις γυναίκες φαγητά που η μεγάλη κατανάλωση δεν τα άφηνε να μπαγιατέψουν.
Εντούτοις, ο πόλος έλξης του μαγαζιού ήταν η βαρελίσια ρετσίνα Μεσογείων, με ήπια και διακριτική τη μυρωδιά του ρετσινιού, ζυμωμένη στα μεγάλα βαρέλια της αποθήκης του Παιδή. Επρόκειτο για ρετσίνα – κεχριμπάρι, για να θυμηθούμε τη γνωστή καντάδα. Αυτή, ταιριασμένη απόλυτα με την παλαιότητα του χώρου, προσέλκυε τα βράδια τους άντρες κάθε κατηγορίας και κοινωνικής τάξης επιτυγχάνοντας τη δημοκρατική ώσμωση προλετάριων, αγροτών, αστών, επιστημόνων και διανοουμένων. Το «πάμε να πιούμε κανένα ποτηράκι στον Παιδή» υποδήλωνε την επιθυμία για ικανοποίηση εσωτερικής ψυχικής ανάγκης με κάποιες στιγμές ιερής αφοσίωσης στο Βάκχο. Επρόκειτο για αυθεντική ιεροπραξία κρασοκατάνυξης, γι’ αυτό δεν διαπίστωσα ποτέ σ’ αυτόν τον χώρο εκτροπές σε υπερβολές μέθης. Και αυτό το κλίμα μυσταγωγίας και νοσταλγικής διάθεσης δεν το κατέστρεψε ποτέ κανενός είδους μουσική. Ο κυριότερος μεζές που συνόδευε τη ρετσίνα ήταν τα νοστιμότατα κεφτεδάκια, όμως και τα άλλα φαγητά ήταν εύγεστα και όχι ευκαταφρόνητα. Στα Τρίκαλα, εδώ γεύτηκα τον καλύτερο πατσά και την καλύτερη φασολάδα.
Ας μου επιτραπεί να κλείσω, σχετικά μ’ αυτόν τον χώρο, με μια προσωπική αναφορά: Με τον Παιδή με συνδέει ένα παλιό σκληρό βίωμα, όταν, μαθητής της τότε Δ΄ Γυμνασίου (Α΄ Λυκείου σήμερα) δούλευα άγριες πρωϊνές ώρες, ως διεκπεραιωτής, στην εφημερίδα «Ελευθέρα Γνώμη» – διαδέχτηκα τον αείμνηστο Γιώργο Σατρατζέμη -, η οποία στεγαζόταν στο υπόγειο ακριβώς κάτω από του Παιδή. Τελειώνοντας το ωράριό μου έπρεπε από την εφημερίδα να πηγαίνω κατ’ ευθείαν στο σχολείο και ευτυχώς που ήταν αυτό το μαγαζί για να παίρνω το πρωϊνό μου, δηλαδή ψωμί και ζεστό γάλα, κι έτσι κατόρθωνα, τουλάχιστον για μερικές ώρες, να παρακολουθώ τα μαθήματα. Δεν έπαψα ποτέ να αισθάνομαι ευγνωμοσύνη γι’ αυτή τη δυνατότητα που μου προσέφερε το ιστορικό μαγειρείο.
Το καφενείο Κωστίκα, επί της Ασκληπιού και στην καρδιά της πόλης, αποτελούσε την «εκκλησία του δήμου» καφενόβιων, χαρτοπαικτών και ταλβαδόρων, το διακεκριμένο χώρο αναψυχής των κάθε κατηγορίας συνταξιούχων, τη μεγάλη «λέσχη» όπου οι πολιτικές συζητήσεις και αντιπαραθέσεις είχαν σχεδόν μόνιμο χαρακτήρα, ενώ στα «πέτρινα χρόνια» και την περίοδο της δικτατορίας οι ασφαλίτες με πολιτικά τέντωναν τ’ αυτιά τους προς τα τραπέζια των εκπαιδευτικών με την ελπίδα να συλλάβουν κάποια «αντικοινωνική» και «αντεθνική» έκφραση, για να εμπλουτίσουν τον σχετικό φάκελο.
Αν ο Νταμπαλής ήταν κοινωνικός χώρος των μαθητών, ο Κωστίκας σηματοδοτεί και νοηματοδοτεί την κοινωνία των ενήλικων ανδρών. Κι αν το πρώτο μαγαζί βρισκόταν στην περιφέρεια και ο Παιδής κέντρο – απόκεντρο, το καφενείο του Κωστίκα δέσποζε στο κεντρικότερο, νευραλγικότερο και στρατηγικότερο για τη λειτουργία της κοινωνικής ζωής σημείο. Στον Κωστίκα – μέσα ή έξω – δίνονταν τα περισσότερα ανδρικά ραντεβού και δεν υπάρχει ενήλικος Τρικαλινός που να μην πέρασε από εκεί. Και, φυσικά, θα ήταν σημαντική παράλειψη για τον πολιτικό που θα το περιφρονούσε. Αυτονόητο, όμως, να προκαλεί την απέχθεια πολλών γυναικών που οι άνδρες τους ξημεροβράδιαζαν εκεί χαρτοπαίζοντας, ενίοτε και επί χρήμασι στα ενδότερα, και, όταν επέστρεφαν στο σπίτι, βρωμοκοπούσαν τσιγαρίλα, μια που το κτήριο δεν φημιζόταν για τον εξαερισμό του, ιδιαίτερα το χειμώνα κυριολεκτικά ντουμάνιαζε από τον καπνό. Όλα αυτά, όμως, ήταν αμελητέες λεπτομέρειες για τους θαμώνες που πάνω απ’ όλα έβαζαν την ψυχική επαφή και την αντιμετώπιση της πλήξης που προκαλούσε η επαρχιακή ζωή, κυρίως τη χειμερινή περίοδο, όταν μάλιστα δεν είχε εγྺατασταθεί ακόྼα στα σπιτικά σαλόνια η τηλεόραση. Τούτο το συναίσθημα τྷς πྻήξης γινόταν αφόρητο όταν έβρεχε ασταμάτητα – συνηθισμένο φαινόμενο μέχρι πριν τριάντα χρόνια περίπου – και θυμάμαι την πολύωρη αναμονή κάτω από το μεγάλο υπόστεγο, ώσπου να κοπάσει η βροχή και να φύγουμε. Αυτή η μονότονη κι ατέλειωτη βροχή γέμιζε μελαγχολία τους πιο νέους από τους θαμώνες κι ήταν ένα από τα ερεθίσματα για αναζήτηση των μεγαλοπόλεων, όπου πιθανόν να γλύτωσαν την πλήξη, φορτώθηκαν όμως με άλλα χειρότερα δεινά… Επί τη ευκαιρία, αποτίω φόρο τιμής στους αείμνηστους φίλους και συναδέλφους Θωμά Αντωνάκη, Αρχοντή Μόσιαλο και Μανώλη Σκιαθίτη, οι οποίοι, μαζί με τον αειθαλή Κώστα Τοπούζη, αποτελούσαν σχεδόν την μόνιμη παρέα μου στον Κωστίκα, όταν βρισκόμουν στα Τρίκαλα, τόσο στο τάβλι, όσο και στις ιστορικο-φιλολογικές και ιδεολογικές συζητήσεις μας σε τούτον το χώρο με συνοδεία το τσίπουρο.
Όλα όμως έχουν ένα τέλος. Και η παράδοση που τη διαδέχεται καινούργιος τρόπος κοινωνικής ζωής, ο οποίος με τη σειρά του κάποτε κι αυτός θα γίνει παράδοση, αν έχει στοιχεία διάρκειας και αυθεντικότητα. Η τηλεόραση και οι καφετέριες, που με ταχύ ρυθμό άρχισαν να ξεφυτρώνουν στην Ασκληπιού, αφαιρούσαν βαθμιαία μέρος της πελατείας, ώσπου, πριν είκοσι περίπου χρόνια, το ιστορικό καφενείο έκλεισε. Ο κοινωνικός ιστός της πόλης διερράγη. Η πόλη απονευρώθηκε. Το τελευταίο οχυρό της παράδοσης έπεσε. Σαν κυνηγημένα πουλιά οι πρώην θαμώνες δεύτερης και τρίτης ηλικίας, έψαχναν να βρουν άλλη φωλιά! Αν η πολιτεία νοιαζόταν για την ψυχική υγεία των πολιτών, έπρεπε να επιχορηγεί τέτοιους χώρους που συντηρούν την ιστορία, την παράδοση και την κοινωνική ζωή ενός τόπου.
Τα τρία καφενεία που προέκυψαν, προς άγραν της περιπλανώμενης πελατείας του Κωστίκα, βρίσκονταν σε ορόφους πολυκατοικιών και δεν ήταν δυνατόν να καλύψουν το κενό, καθώς ήταν αποκομμένα από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα του ευρύτερου ανοιχτού χώρου και απομονωμένα. Σιγά-σιγά η παλαιά φρουρά αποσύρθηκε από την Ασκληπιού και οι γέροι εγκατέλειψαν με τη σειρά τους τον μάταιον τούτο κόσμο, ξεκομμένοι από τους φίλους, καθηλωμένοι μπροστά στο γυαλί, στερημένοι από το δικό τους χώρο, το καφενείο τους!
Σήμερα, το θαυμάσιο νεοκλασικό κτήριο ανακαινίστηκε και αποκαταστάθηκε, υπό την εποπτεία του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, στην προπολεμική του μορφή ως προς τις όψεις και το διάκοσμο, σίγουρα θα αναβαθμίσει αισθητικά το κέντρο της πόλης, δεν θα έχει όμως καμία σχέση με τον λειτουργικό ρόλο που έπαιζε στο παρελθόν και ο οποίος ήταν σχεδόν… θεσμικός για ένα μέρος της κοινωνίας. Ευχή των Τρικαλινών είναι ο μεταμορφωμένος Κωστίκας να διαφοροποιηθεί από το πλήθος των ομοιόμορφων καφετεριών προτείνοντας κάτι το καινούργιο στην ιστορική οδό Ασκληπιού, την κεντρική αρτηρία του κοινωνικού σώματος της ωραίας θεσσαλικής πόλης.
Προσωπικά, έχω την αίσθηση ότι οι τρεις προαναφερθέντες χώροι, με τα θετικά και τα αρνητικά τους, επηρέασαν τόσο την πνευματική μου διαμόρφωση, όσο και την ψυχική μου διάθεση και με βοήθησαν να γνωρίσω καλύτερα τον χαρακτήρα των Τρικαλινών και ίσως να ήμουν, από αυτές τις απόψεις, πιο φτωχός αν δεν είχα «φοιτήσει» στα τρία αυτά «σχολεία κοινωνικής αγωγής»: τον Νταμπαλή, τον Παιδή και τον Κωστίκα.



Ο Κώστας Μπαρούτας είναι Διδάκτωρ Αισθητικής , Ιστορικός Τέχνης

Πέμπτη, Σεπτέμβριος 24, 2009

Ένα κείμενο

«Έχω τις συνήθειές μου των τεσσάρων εποχών και τη γεωγραφία των δασών μου στο μυαλό. Ξανά και ξανά ίδια σύντομα ταξίδια, σαν να θέλω να ξαναβρώ σημάδια ή να μάθω νέα. Σαν επισκέψεις και συναντήσεις λίγων πραγμάτων. Ένας βράχος που μόλις εξέχει από το βρυώδες έδαφος, ένα γέρικο πεύκο έτοιμο να σωριαστεί ή ένα απότομο μονοπάτι, χορταριασμένο, σχεδόν σβησμένο.
Έχω τις συνήθειές μου και μ’ αρέσει να πατώ στα παλιά μου βήματα και να ανανεώνω τα φευγαλέα μου ξαφνιάσματα.
Μ’ αρέσει.
Να διασχίζω μέσα από τα φανερά μονοπάτια, τα υγρά δάση του φθινοπώρου. Να εισδύω στις ανακατεμένες βάτους και στις λόχμες από φτελιές.
Να εισπνέω, πριν τις πρώτες παγωνιές, την επίμονη παρουσία των ατμών που ελευθερώνουν τα μούσκλια.
Να απολαμβάνω το σκοτεινό ασήμισμα του φλοιού της οξιάς ή τη στιλπνότητα της σημύδας. Να αγγίζω απαλά την υγρή τραχύτητα του λυγερού κορμού των αγριοκαστανιών ή των βελανιδιών.
Να απαριθμώ τα αδύνατα κλαδιά που απλώνουν πυκνές ιτιές στις άγονες ρεματιές.
Να υπολογίζω στα αβέβαια διαλείμματα τη χαμηλόφωνη θολούρα από το βάρος ενός αναλλοίωτου ουρανού.
Να εκτιμώ την πυκνότητα της σιωπής και την ανεπανόρθωτη έκλειψη των χρωμάτων του καλοκαιριού.
Να μετρώ ότι απομένει στους μαλακούς γκρίζους τόνους από τα υπόκωφα καφετιά.
Να διασχίζω, να εισδύω, να εισπνέω, να απολαμβάνω, να αγγίζω απαλά, να απαριθμώ, να βλέπω, να εκτιμώ, να μετρώ.
Να αφιερώνω το χρόνο μου και να διαλογίζομαι στις ήσυχες υπομονετικές πορείες για να χάνομαι στην απλότητα των πραγμάτων και να παραδίνομαι στην απλότητα των πραγμάτων και να παραδίνομαι στη γόνιμη συνομιλία του βλέμματος.
Να βυθίζομαι, ακόμα, στο πιο βαθύ από τα τοπία μου, σχεδόν για το τίποτα ή σχεδόν για τα πάντα.»

Marc Charpin

Παρασκευή, Σεπτέμβριος 18, 2009

Το βροχερό βαγόνι

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΣΕ ΛΕΥΚΟ ΧΑΡΤΙ
ΜΕ ΚΟΚΚΙΝΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
(εντυπώσεις από Το βροχερό βαγόνι της Δάφνης Νικήτα)
[Αθήνα 2007, εκδ. Το Ροδακιό]

Γράφει ο Θεοδόσης Πυλαρινός, Λέκτορας Ιονίου Παν/μίου

Τα πιο ζωντανά παραμύθια είναι τα παραμύθια των ποιητών όταν καταφέρνουν να μας περάσουν τις αλήθειες τους μέσα από το φαντασμαγορικό ή το εφιαλτικό σκηνικό του κόσμου του μύθου. Και δεν εννοούμε μόνο τις μαγικές σκηνές του πανηγυριού με την πανδαισία των χρωμάτων και των αγαθών συμβόλων ή της αποθέωσης της φαντασμαγορίας, αλλά και τις εφιαλτικές, όπου εναλλάσσεται το λευκό με το μαύρο, η αγνότητα της ζωής με το μελανό του θανάτου, τα οποία και πρέπει να εμπεριέχονται στα άξια του ονόματός τους παραμύθια. Αυτά είναι που πείθουν για τον λόγο ακριβώς ότι αποδίδουν την πραγματική ζωή. Άλλο αν οι δυνάμεις του αγαθού νικούν στο τέλος τα κακά δαιμόνια.
Στην ποίηση της Δάφνης Νικήτα το σκηνικό του παραμυθιού και η ατμόσφαιρα της ζωής πέρα από τις κοινότοπες συμβάσεις αποδίδεται διττά: τόσο με την επιτυχία όσο και με τη ματαίωση, τόσο με την προσέγγιση του ανθρώπου όσο και με την απώλεια, δίνοντας μια άλλη αίσθηση, η οποία τη βοηθά να ξεδιπλώσει συναισθήματα καθαρά προσωπικά, μεταφέροντας σε υπέργειους χώρους και κατορθώνοντας έτσι να εξωτερικεύσει το προσωπικό απόρρητο ή την ιερότητα του ιδιωτικού χωρίς να ρίχνει σκιά στο αίτιο που το κινεί, χωρίς να αποκαλύπτει τον πυρήνα της αφετηρίας και να απομυθοποιεί την ιστορική βάση της έμπνευσης. Με άλλα λόγια, υποτάσσει τον λυρισμό της μεταφέροντας τη θεατρική σκηνή της σε κόσμους της φαντασίας, αν και η αλήθεια των συνθέσεών της είναι καυτή. Καταφέρνει, για να το διατυπώσω με δικά της σύμβολα, να κρύψει μέσα στους παραμορφωτικούς καθρέφτες της, να καρφώσει σκληρά στους τοίχους της, να μπερδέψει μέσα στα κουβάρια της και να χρωματίσει με τα πιο αιμάτινα χρώματα ό,τι πολύ σκληρό αναδίδει ο πόνος ή ο πόθος ή η αγωνία που γεννούν τους στίχους της.
Πολύ ταιριαστή και προσφυώς επιλεγμένη είναι και η αξιοποίηση των μεθόδων και των τεχνικών του υπερρεαλισμού που μετέρχεται. Δεν είναι που δένουν με τη μεταρσιωτική φορά του παραμυθιού, αλλά που πετυχαίνει μέσω αυτών να περάσει τις αλήθειες της, αλήθειες πολύ πιο αληθινές από την πεζή πραγματικότητα, αλήθειες υπερβατικές της κοινοτοπίας και της αναγνωρίσιμης καθημερινότητας που υποκριτικά κρύβει τα πάντα και προβάλλει μόνο ό,τι επιβάλλουν οι συμβάσεις.
Πρέπει να τονίσουμε, λοιπόν, ότι η Δάφνη Νικήτα έχει επιτύχει να διαμορφώσει δύο βασικά στοιχεία στην ποίησή της: πρώτον την ατμόσφαιρα όπου τελείται η δράση των ηρώων της, ορθότερα ο διάλογος ή η φανταστική συνομιλία με τα εκλεκτά πρόσωπα της επιλογής της, και δεύτερον τα σύμβολά της, τον μυστικό κώδικά της. Για την ατμόσφαιρα, όχι περιρρέουσα αλλά διαρρέουσα και συνάμα υπορρέουσα ήδη μιλήσαμε, αναφερόμενοι στο παραμυθικό σκηνικό της –εορταστικό ή απαισιόδοξο. Για τα σύμβολα πρέπει να πούμε λίγα περισσότερα, μια και επανέρχονται συνοστεωμένα και σε συνδυασμούς που δημιουργούν φαινομενικά ετερόκλητες αλλά ουσιαστικά νομοτελειακές εικόνες. Έτσι, κυριαρχεί το λευκό, εκκινώντας από την αθωότητα και την αγνότητα και φθάνοντας στην ακύρωση_ το άρωμα και το χρώμα κατακλύζουν τους στίχους της_ η τάση για άνωση, η ορμή προς τα ουράνια, είναι επίσης χαρακτηριστικές. Αλλά και λέξεις κλειδιά αποτελούν κώδικες της ποιήτριας αναγνώσιμους από το προσεκτικό μάτι και κυρίως κλειδιά διείσδυσης στην ποίησή της. Καθρέφτες, γυαλιά, το ψύχος υπό διάφορες μορφές του, κόκκινες πόρτες, τοίχοι ως φράγματα αδιαπέραστα, κουβάρια ως συσπείρωση και σφίξιμο της γροθιάς για αυτοάμυνα. Λαβυρινθώδεις διαδρομές, αδιέξοδα υπερρεαλιστικά, διόλου απαισιόδοξα αν και πολύ πραγματιστικά, εναλλαγές ταχυτήτων ραγδαίες, φέρνουν στο νου πίνακες του Νταλί, στιγμιότυπα χριστουγεννιάτικων παραμυθιών του χιονισμένου, κατάλευκου Βορρά ή ήχους από το Πουλί της φωτιάς του Στραβίνσκι.
Και μέσα σε αυτά κυριαρχεί αδυσώπητος ο χρόνος, το ασύλληπτο από την ανθρώπινη λογική, η απώλεια, η αδήριτη ανάγκη του Άλλου σε συνεχή εναλλαγή με τη ματαίωσή του ή την αδικαίωτη θυσία, που δίνονται με φόντο πυροτεχνήματα τα οποία καταφωτίζουν τον εορταστικό ουρανό, όταν η μέριμνα και το πάθος βασανίζουν την ίδια στιγμή την καρδιά του θεατή, ή σκηνές παιδικής χαράς μέσα σ’ ένα κατάμεστο τσίρκο, όταν αποθεώνεται ο κλόουν, ο οποίος την ίδια στιγμή ζει το προσωπικό του δράμα. Αυτό το κολλάζ των συναισθημάτων και των εικόνων αποδίδει η ποίηση της Δάφνης Νικήτα. Ποίηση πολύ προσωπική που γρήγορα προσπερνά από τα μάτια του αναγνώστη το πρόσωπο με το οποίο συνδιαλέγεται αυτή και μετατρέπεται σε τσίμπημα στην καρδιά του, σε μεταφορά του φλέγοντος ζητήματος της ποιήτριας στον ίδιο. Ποίηση αμφίδρομη, όπως η ζωή: χαρά και λύπη απαραιτήτως εναλλασσόμενες και εν τέλει συνειδητά συζευγνύμενες_ πόνος και ηδονή άρρηκτα δεμένα, ακόμα και για μια «Πεντάμορφη» του παραμυθιού. Είναι η στιγμή-ρωγμή που ο καταλύτης χρόνος θα φέρει και θα προκαλέσει το αιμάτωμα, είναι η αρχή της αντίστροφης μέτρησης, που θα έρθει και θα μας βρει απροετοίμαστους:

Σε κελί
μυστικό
πάνω σε σεντόνι
λευκό
υγρό κόκκινο
στάζει
και λέει
σ’ αγαπώ
Χωρίς φωνή
η θλίψη ξυπνάει
Σε μαύρο χαλί
το αδράχτι
το γύρο του κάνει
Βελόνι παγερό
η στιγμή
αφού το δάχτυλο
που ψάχνει
εδώ και χρόνια
αιμορραγεί

Είναι προφανές μετά από όσα λέχθηκαν ότι Το βροχερό βαγόνι μεταφέρει καλό υλικό στους χώρους του. Όσο κατορθώνει με τον καιρό να γενικεύει η ποιήτρια το προσωπικό ερέθισμα, αλλά και όταν ενισχύσει με δυνατό διακείμενο τους στίχους της –διακείμενο ελληνικό στη διαχρονία του, που λείπει, καθώς και διακειμενικά ερείσματα από την ξένη λογοτεχνία που ταιριάζει στη γραφή της-, τόσο πιστεύουμε ότι ο λόγος της θα αποκτά ειδικό βάρος και μεγαλύτερη εμβέλεια και η ποίησή της θα μετακενώνει το φορτίο του προσωπικού πάθους, αποδεικνύοντας ότι ο γνήσιος πόνος είναι οικουμενικός στην εξακτίνωσή του, όσο και αν είναι προσωποκεντρικός στην πηγή του.